Για δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από τις δημόσιες δαπάνες υγείας και τη χρηματοδότηση του φαρμάκου εγκλωβιζόταν σε μια στενή λογιστική οπτική. Το φάρμακο αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως ένα «κόστος» που επιβαρύνει τους κρατικούς προϋπολογισμούς και μια δαπάνη που πρέπει πάση θυσία να συμπιεστεί. Σήμερα, η επιστημονική τεκμηρίωση έρχεται να ανατρέψει ριζικά αυτό το παρωχημένο αφήγημα, αποδεικνύοντας ότι η υποεπένδυση στην υγεία αποτελεί μια ψευδή εξοικονόμηση, η οποία τελικά μετακυλίει πολύ μεγαλύτερα βάρη στις οικονομίες και τις κοινωνίες.
Τα νέα δεδομένα που φέρνει στο φως η ολοκληρωμένη οικονομική μελέτη του Ινστιτούτου WifOR, η οποία διενεργήθηκε σε συνεργασία με τον διακεκριμένο καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Columbia, Frank R. Lichtenberg, και δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων (EFPIA), είναι αποκαλυπτικά. Κάθε ένα ευρώ που επενδύεται σε καινοτόμα φάρμακα δεν «χάνεται» σε κάποια μαύρη τρύπα της οικονομίας, αλλά επιστρέφει πολλαπλάσιο, αποφέροντας 5,67 ευρώ σε κοινωνική και οικονομική αξία στην Ευρώπη και αγγίζοντας τα 6 ευρώ στην περίπτωση της Ελλάδας.
Το ευρωπαϊκό μάθημα: Πώς τα 11 δισ. ευρώ έγιναν 66 δισ. ευρώ σε μία δεκαετία
Η μελέτη WifOR και Lichtenberg χαρτογράφησε με απόλυτη μαθηματική και οικονομική ακρίβεια τον αντίκτυπο που είχε η εισαγωγή νέων θεραπειών στη θνησιμότητα και στη χρήση των νοσοκομειακών υπηρεσιών. Εστιάζοντας σε 29 ευρωπαϊκές χώρες για την περίοδο 2014–2022 και ποσοτικοποιώντας τις αποδόσεις σε τρεις βασικούς θεραπευτικούς τομείς, τα συμπεράσματα δικαιώνουν όσους υποστηρίζουν ότι η υγεία αποτελεί τον ισχυρότερο αναπτυξιακό μοχλό.
Κατά την περίοδο 2014–2024, η συνολική επένδυση της Ευρώπης ύψους 11,67 δισεκατομμυρίων ευρώ σε νέα, καινοτόμα φάρμακα παρήγαγε μια εντυπωσιακή συνολική απόδοση που ανήλθε στα 66 δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτό το ποσό, περισσότερα από 9 δισεκατομμύρια ευρώ προήλθαν από την άμεση εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών, καθώς οι ασθενείς που έλαβαν σύγχρονες θεραπείες χρειάστηκε να νοσηλευτούν λιγότερο ή απέφυγαν εντελώς τις περίπλοκες και κοστοβόρες χειρουργικές επεμβάσεις. Τα υπόλοιπα δισεκατομμύρια μεταφράζονται σε έμμεσο οικονομικό όφελος, μέσω της διατήρησης των πολιτών στο εργατικό δυναμικό και της μείωσης της κοινωνικής επιβάρυνσης.
Στη γεωγραφική εμβέλεια της έρευνας περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι μεγάλες και αναπτυσσόμενες οικονομίες της ηπείρου: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Η ελληνική ακτινογραφία: Λιγότερες νοσηλείες και κέρδος σε ανθρώπινες ζωές
Όταν η ανάλυση εστιάζει ειδικά στην Ελλάδα, τα ευρήματα γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακά, αναδεικνύοντας τη βαθιά κοινωνική διάσταση της φαρμακευτικής καινοτομίας. Με μια επένδυση σε καινοτόμα φάρμακα που άγγιξε μόλις τα 93 εκατομμύρια ευρώ —υπολογισμένη σε τιμές καταλόγου και χωρίς μάλιστα να αφαιρούνται οι υποχρεωτικές επιστροφές και οι εκπτώσεις (clawback & rebates) που επιβάλλει το κράτος στην εγχώρια βιομηχανία— δημιουργήθηκε μια τεράστια προστιθέμενη αξία για τη χώρα.
Πρώτον, σε επίπεδο δημόσιας υγείας και ποιότητας ζωής, αποφεύχθηκαν 25,6 χιλιάδες έτη δυνητικής ζωής που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν χαθεί πρόωρα. Η στατιστική αυτή αποτίμηση ισοδυναμεί με τη διατήρηση του πλήρους προσδόκιμου ζωής (το οποίο στην Ελλάδα ορίζεται στα 81,3 έτη) για 313 συμπολίτες μας, οι οποίοι κέρδισαν τη μάχη για τη ζωή χάρη στα σύγχρονα θεραπευτικά όπλα.
Δεύτερον, σε επίπεδο υποδομών και καθημερινής πίεσης στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), καταγράφηκαν 252,4 χιλιάδες λιγότερες ημέρες νοσηλείας. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της αποσυμφόρησης, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στην πλήρη απελευθέρωση 691 νοσοκομειακών κλινών για έναν ολόκληρο χρόνο. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα νούμερο που ξεπερνά το 70% της συνολικής δυναμικότητας κλινών του μεγαλύτερου νοσοκομείου της χώρας, του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός».
Το γεγονός αυτό οδήγησε σε άμεσα μετρήσιμα οικονομικά οφέλη:
- 430 εκατομμύρια ευρώ εισέρρευσαν στην οικονομία ως όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας των ασθενών και των φροντιστών τους που παρέμειναν ενεργοί, ποσό που αγγίζει σχεδόν το 0,2% του συνολικού ΑΕΠ της Ελλάδας.
- 127 εκατομμύρια ευρώ εξοικονομήθηκαν απευθείας από τη μείωση των νοσηλειών και των ιατρικών πράξεων, ένα ποσό που ισοδυναμεί με το 1,5% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης της χώρας μας.
Η οπτική των επιστημόνων: Η επανάσταση στην ογκολογία, τον διαβήτη και το αναπνευστικό
Η επιστημονική κοινότητα επιβεβαιώνει τη μελέτη μέσα από την κλινική καθημερινότητα. Στον τομέα της Ογκολογίας, ο Πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), κ. Εμμανουήλ Σαλούστρος, υπογράμμισε ότι η πρόοδος των τελευταίων ετών είναι συγκλονιστική. Σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1990, οι θάνατοι από καρκίνο έχουν μειωθεί κατά περίπου 30%, πράγμα που σημαίνει ότι χάρη στην πρόληψη και τα νέα φάρμακα αποτρέπεται ένας στους τρεις θανάτους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του μεταστατικού καρκίνου του πνεύμονα: στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μόλις ένας στους 20 ασθενείς κατάφερνε να επιβιώσει για πέντε χρόνια. Σήμερα, με την έλευση της ανοσοθεραπείας και των στοχευμένων θεραπειών, το ποσοστό αυτό έχει εκτοξευθεί, επιτρέποντας σε έως και έναν στους τρεις ασθενείς να φτάσουν και να ξεπεράσουν αυτό το ορόσημο. Ο κ. Σαλούστρος συμπλήρωσε ότι η ΕΟΠΕ θα συνεχίσει να επενδύει στην εκπαίδευση των νέων ογκολόγων για τη διασφάλιση της βέλτιστης φροντίδας, εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι η Πολιτεία θα ενισχύσει τις ογκολογικές δομές.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, σημείωσε ότι ο τομέας του σακχαρώδη διαβήτη και της παχυσαρκίας βιώνει μια πραγματική «έκρηξη» καινοτομίας. Οι νέες θεραπευτικές επιλογές είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές, πολύ πιο ανεκτές από τους ασθενείς και παρουσιάζουν ελάχιστες παρενέργειες, συμβάλλοντας καθοριστικά στον περιορισμό της νοσηρότητας. Ωστόσο, ο κ. Μακρυλάκης έθεσε μια σημαντική παράμετρο: η σωστή αξιοποίηση αυτών των εργαλείων απαιτεί κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας. Για τον λόγο αυτό, κάλεσε την Πολιτεία να στελεχώσει άμεσα τα εξειδικευμένα κέντρα με το απαραίτητο προσωπικό, ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στις σύγχρονες θεραπείες.
Από την πλευρά του αναπνευστικού συστήματος, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, κ. Στέλιος Λουκίδης, εξήγησε ότι η φαρμακευτική καινοτομία έχει το μοναδικό πλεονέκτημα να βοηθά την ίδια την ιατρική κοινότητα να κατανοήσει βαθύτερα τη φύση των νοσημάτων. Η προσφορά της είναι διαχρονική τόσο στα χρόνια όσο και στα σπάνια αναπνευστικά νοσήματα, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά και τις συνοσηρότητες που τα συνοδεύουν. Ο κ. Λουκίδης παρουσίασε μάλιστα στοιχεία από πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρό άσθμα, όπου η χρήση καινοτόμων βιολογικών παραγόντων οδήγησε σε εντυπωσιακή μείωση των παροξυσμών κατά 80% και των νοσηλειών κατά 90%, αλλάζοντας ριζικά την ποιότητα της καθημερινότητάς τους.

Το μεγάλο αγκάθι: Οι Ευρωπαίοι ασθενείς στην «αίθουσα αναμονής» της καινοτομίας
Παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη, η Ευρώπη —και μαζί της η Ελλάδα— βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή κρίση προσβασιμότητας και ανταγωνιστικότητας που στερεί από τους ασθενείς πολύτιμο χρόνο. Τα στοιχεία της EFPIA για το 2025 χτυπούν ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου.
Σήμερα, ένας Ευρωπαίος ασθενής αναμένει κατά μέσο όρο 500 ολόκληρες ημέρες από τη στιγμή που ένα νέο φάρμακο θα εγκριθεί από τις κεντρικές αρχές μέχρι να φτάσει τελικά στο φαρμακείο ή το νοσοκομείο της χώρας του. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η τεράστια ανισότητα που καταγράφεται, καθώς η απόκλιση στην πρόσβαση μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ αγγίζει το δραματικό 88%.
Η διαθεσιμότητα των νέων θεραπειών ακολουθεί μια σταθερά φθίνουσα πορεία:
- Το 2025, σχεδόν τα μισά νέα φάρμακα (49%) παρέμεναν εντελώς μη διαθέσιμα στους ασθενείς στην Ευρώπη, καταγράφοντας άνοδο σε σχέση με το 46% που ίσχυε το 2019.
- Το 17% των φαρμάκων ήταν διαθέσιμο υπό αυστηρούς περιορισμούς και ειδικές προϋποθέσεις, ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο σε σύγκριση με το 6% του 2019.
- Το ποσοστό των καινοτόμων φαρμάκων που ήταν πλήρως και ελεύθερα διαθέσιμα μέσω των δημόσιων συστημάτων αποζημίωσης κατέρρευσε στο 28%, όταν το 2019 βρισκόταν στο 42%.
Τρεις άξονες πολιτικής για μια βιώσιμη στρατηγική στην υγεία
Η μελέτη δεν περιορίζεται στη διάγνωση του προβλήματος, αλλά καταθέτει τρεις συγκεκριμένες, ρεαλιστικές προτάσεις πολιτικής, τις οποίες η Ευρώπη και η ελληνική ηγεσία οφείλουν να εντάξουν άμεσα στην ατζέντα τους:
- Αλλαγή υποδείγματος – Η καινοτομία ως επένδυση: Τα δημόσια λογιστήρια πρέπει να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν το φάρμακο ως στεγνό κόστος. Οι αποδόσεις των επενδύσεων αυτών είναι αποδεδειγμένα υψηλές και μάλλον υποεκτιμημένες. Κάθε μελλοντικός σχεδιασμός οφείλει να προσμετρά τη συνολική οικονομική και κοινωνική αξία της καινοτομίας, συνυπολογίζοντας τα κέρδη από την παραγωγικότητα της κοινωνίας και την αποσυμφόρηση των δομών υγείας.
- Ταχύτητα και ισότητα στην πρόσβαση: Οι καθυστερήσεις στην έγκριση και αποζημίωση των φαρμάκων μεταφράζονται αυτόματα σε απώλειες ανθρώπινων ζωών που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, καθώς και σε χαμένα οικονομικά οφέλη. Ο εξορθολογισμός των διαδικασιών, η μείωση της γραφειοκρατίας και η υιοθέτηση κοινών, γρήγορων μονοπατιών αποζημίωσης πρέπει να αναδειχθούν σε κορυφαία προτεραιότητα.
- Θωράκιση του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος βιοεπιστημών: Το γεωπολιτικό και κανονιστικό περιβάλλον της Ευρώπης γίνεται ολοένα και πιο δυσκίνητο, με αποτέλεσμα η γηραιά Ήπειρος να χάνει έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό ως προορισμός φαρμακευτικών επενδύσεων, προς όφελος των ΗΠΑ και της Ασίας. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη πρέπει να αντιληφθούν ότι η καινοτομία, η πρόσβαση των ασθενών και η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα δεν είναι ξεχωριστές πολιτικές, αλλά κρίκοι της ίδιας ακριβώς αλυσίδας.
Σχολιάζοντας τα παραπάνω, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), κ. Ολύμπιος Παπαδημητρίου, έδωσε το στίγμα της επόμενης μέρας: «Η μελέτη του WiFOR επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι οι επενδύσεις στην υγεία δεν αποτελούν κόστος, αλλά έναν ισχυρό μοχλό ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας. Η Ελλάδα έχει άμεση ανάγκη από τη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος που θα ενισχύει την καινοτομία και θα διασφαλίζει ότι οι Έλληνες ασθενείς θα έχουν έγκαιρη και απρόσκοπτη πρόσβαση στις νέες, σωτήριες θεραπείες».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ, κ. Μιχάλης Χειμώνας, έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του βάση, υπογραμμίζοντας τις ευθύνες των ιθυνόντων: «Η χρόνια υποχρηματοδότηση της υγείας και του φαρμάκου στη χώρα μας δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή με σοβαρές, αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη και την ευημερία της κοινωνίας μας. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για τη χάραξη μιας βιώσιμης, μακροπρόθεσμης πολιτικής που θα στηρίζει ταυτόχρονα την υγεία και την οικονομία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο και πρέπει, επιτέλους, να πάρει τις οριστικές και γενναίες αποφάσεις της πάνω σε αυτό το κρίσιμο θέμα».
