Μια ανησυχητική, αλλά ελαφρώς βελτιωμένη εικόνα για την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αποτυπώνουν τα στοιχεία της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 (εισοδήματα 2024), αναδεικνύοντας ότι για σημαντικό μέρος του πληθυσμού η ανάγκη για ιατρική φροντίδα δεν μεταφράζεται πάντα σε πραγματική πρόσβαση. Παρότι περισσότεροι από τους μισούς πολίτες (57,6%) δήλωσαν ότι χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία μέσα στον τελευταίο χρόνο, ένας στους πέντε από αυτούς (21,5%) δεν την έλαβε κάθε φορά που τη χρειάστηκε.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο ποσοστό εμφανίζει υποχώρηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς είχε διαμορφωθεί στο 24,3% το 2022, στο 23,6% το 2023 και ξανά στο 24,3% το 2024, καταγράφοντας το 2025 μια αισθητή μείωση. Η εξέλιξη αυτή δείχνει μια σχετική βελτίωση στην πρόσβαση, χωρίς όμως να αναιρεί το μέγεθος του προβλήματος.
Το πιο κρίσιμο εύρημα αφορά τον λόγο αυτής της «απουσίας» φροντίδας: για περίπου 7 στους 10 (70,9%), το βασικό εμπόδιο ήταν οικονομικό. Με άλλα λόγια, η αδυναμία κάλυψης του κόστους εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός φραγμός στην υγεία, ακόμη και για αναγκαίες εξετάσεις ή θεραπείες.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστούν οι κοινωνικές ανισότητες. Στον φτωχό πληθυσμό, το ποσοστό όσων δεν έλαβαν την απαραίτητη ιατρική φροντίδα φτάνει το 20,5%, σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τον μη φτωχό πληθυσμό (10,5%). Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν ότι η οικονομική κατάσταση επηρεάζει άμεσα όχι μόνο την ποιότητα ζωής, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες υγείας.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην οδοντιατρική φροντίδα, όπου σχεδόν 1 στους 3 (30,5%) δεν έλαβε την απαραίτητη θεραπεία, με το 71,6% να επικαλείται και πάλι οικονομικούς λόγους.
Ακολουθούν τα στοιχεία της έρευνας που ανακοίνωσε η ΕΛ.ΣΤΑΤ
ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΓΕΙΑΣ
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 7,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,5% μέτρια, ενώ το 78,5% πολύ καλή ή καλή υγεία.
Το 24,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας. Χρόνιο πρόβλημα ή χρόνια πάθηση δηλώνουν περίπου 1 στις 4 γυναίκες (26,5%) και 1 στους 5 άνδρες (21,4%). Χρόνιο θεωρείται το πρόβλημα υγείας ή η πάθηση που διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει περισσότερους
από 6 μήνες, με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή.
Το 8,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, είχε περιορίσει, για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο, λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες συνήθειες για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 9,1% είχε περιορίσει κάποιες δραστηριότητες ή δυσκολευτεί σε αυτές, αλλά όχι πάρα πολύ.


ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ
Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για τη μέτρηση της παχυσαρκίας του πληθυσμού. Είναι ένα ευρέως διαδεδομένο διαγνωστικό εργαλείο των πιθανών προβλημάτων υγείας ενός ατόμου σε σχέση με το βάρος του και υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος (σε κιλά) με το τετράγωνο του ύψους (σε μέτρα).
Στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω:
• 1,9% είναι ελλιποβαρείς (ΔΜΣ < 18,5)
• 43,1% είναι φυσιολογικού βάρους (ΔΜΣ: 18,5 – 24,9)
• 42,1% είναι υπέρβαροι (ΔΜΣ: 25 – 29,9),
• 12,9% είναι παχύσαρκοι (ΔΜΣ ≥ 30)
Ειδικότερα, για τους άνδρες και τις γυναίκες ηλικίας 16 ετών και άνω, τα ποσοστά ανά κατηγορία ΔΜΣ:
• 1 στους 2 άνδρες (48,5%) είναι υπέρβαρος, ενώ η αναλογία υπέρβαρων γυναικών είναι περισσότερες από 3 στις 10 (36,0%).
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΕ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ
Η έρευνα κατέγραψε περιορισμούς που υφίστανται στις αισθητηριακές και σωματικές λειτουργίες του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω και, πιο συγκεκριμένα, τον βαθμό δυσκολίας στην όραση, την ακοή, την κινητικότητα και τη μνήμη και συγκέντρωση, ανεξάρτητα εάν οι περιορισμοί προκύπτουν λόγω ηλικίας, ασθενειών, ατυχημάτων ή εκ γενετής προβλημάτων.
• Το 17,3% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία στην όραση (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν βλέπει τίποτα). Ποσοστό 60,8% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
• Το 9,9% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία στην ακοή (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν ακούει τίποτα). Ποσοστό 62,8% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
• Το 15,1% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία κατά τη μετακίνησή του (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν μπορεί να περπατήσει ή να ανέβει/κατέβει σκάλα χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε βοηθήματος ή βοήθειας από άλλον). Ποσοστό 62,6% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
• Το 9,9% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία με τη μνήμη/συγκέντρωση (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν θυμάται τίποτα ή δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε ό,τι κάνει). Ποσοστό 62,9% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
• Το 8,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία με τη φροντίδα (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του, όπως να πλένεται, να ντύνεται κ.λπ.). Ποσοστό 62,1% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
• Το 5,2% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία στην επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν καταλαβαίνει τους άλλους ή δεν τον/την καταλαβαίνουν, παρόλο που μιλούν την ίδια γλώσσα). Ποσοστό 56,7% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών
και άνω.
ΧΡΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
Ιατρική εξέταση ή θεραπεία
Κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν από τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 6 στα 10 άτομα (57,6%) ηλικίας 16 ετών και άνω χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία. Από αυτούς που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία, το 21,5% δεν την έλαβε κάθε φορά που χρειάστηκε.
Σύμφωνα με την έρευνα, ποσοστό 20,5% του φτωχού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, δεν έλαβε ιατρική εξέταση ή θεραπεία, κάθε φορά που χρειάστηκε. Το ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται στο 10,5%.
Για περίπου 7 στους 10 (70,9%) που χρειάστηκαν χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία και δεν την έλαβαν ο κύριος λόγος ήταν οικονομικός.


Οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία
Σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, η στοματική υγεία μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης πολλών παθήσεων. Με την έρευνα καταγράφεται η χρήση υπηρεσιών που σχετίζονται με τη στοματική υγεία, συγκεκριμένα η ανάγκη για οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία.
Κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 1 στους 2 (47,4%) χρειάστηκαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία. Ποσοστό 30,5 % όσων χρειάστηκαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία δεν την έλαβε κάθε φορά που χρειάστηκε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ποσοστό 20,3% του φτωχού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δεν έλαβε οδοντιατρική /στοματολογική
/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία κάθε φορά που χρειάστηκε. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 13,1%
Για τη μη ικανοποίηση της αναγκαίας οδοντιατρικής/ στοματολογικής/ορθοδοντικής εξέτασης ή θεραπείας, από τον πληθυσμό που χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία και δεν την έλαβε (30,5%), ο κύριος λόγος για περίπου 7 στους 10 (71,6%) ο κύριος λόγος ήταν οικονομικός.
Συχνότητα επισκέψεων σε επαγγελματίες υγείας
Με την έρευνα συγκεντρώθηκαν πληροφορίες που αφορούν και στη συχνότητα των επισκέψεων του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, για δικό του πρόβλημα υγείας, σε: (α) ιατρό γενικής ιατρικής, παθολόγο ή προσωπικό ιατρό, (β) ιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό, για
εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, και (γ) οδοντίατρο/στοματολόγο/ορθοδοντικό.
Κατά τους τελευταίους 12 μήνες, 1 -2 φορές επισκέφτηκε:
• Ιατρό γενικής ιατρικής, παθολόγο ή τον προσωπικό ιατρό, το 40,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω,
• Ιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό για ειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, το 27,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών,
• Οδοντίατρο/στοματολόγο/ορθοδοντικό, το 33,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω.
ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ
Ως σωματική δραστηριότητα θεωρείται κάθε μορφή δραστηριότητας ενός ατόμου στο σπίτι, στην εργασία, κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου και των ωρών αναψυχής, στα σπορ ή ακόμη και κατά τις μετακινήσεις του.
Με κριτήριο την κύρια εργασία ή την καθημερινή ασχολία (για όσους εργάζονται), από την έρευνα προκύπτει ότι:
• περίπου 3 στους 10 (31,8%) εργαζόμενους, ηλικίας 16 ετών και άνω, κυρίως κάθονται.
• Ποσοστό 15,3% των εργαζομένων, ηλικίας 16 ετών και άνω, κυρίως κάνουν βαριές εργασίες που απαιτούν έντονη σωματική δραστηριότητα. Ως έντονη σωματική δραστηριότητα ορίζεται η δραστηριότητα που απαιτεί σκληρή σωματική προσπάθεια και η οποία, συνήθως, προκαλεί γρήγορη αναπνοή και σημαντική αύξηση των καρδιακών παλμών.
Ως παραδείγματα εργασιών/ασχολιών που απαιτούν έντονη σωματική προσπάθεια αναφέρονται: οι κατασκευαστικές εργασίες, η μεταφορά βαριών φορτίων, η χρήση βαριών ηλεκτρικών εργαλείων, οι εργασίες ορυχείων, οι φορτοεκφορτώσεις, το κόψιμο ξύλων, το σκάψιμο ή φτυάρισμα, οι αγροτικές εργασίες κ.λπ.
Με την έρευνα καταγράφηκε, επίσης, ο χρόνος, στη διάρκεια μιας συνηθισμένης εβδομάδας, κατά τον οποίο ο ερευνώμενος αθλείται, γυμνάζεται ή κάνει άσκηση για ψυχαγωγία, για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόμενα, χωρίς διακοπή, δραστηριότητες που κατ’ ελάχιστο προκαλούν μικρή αύξηση στην αναπνοή και στους καρδιακούς παλμούς. Δεν περιλαμβάνονται οι σωματικές δραστηριότητες οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της εργασίας ή στο πλαίσιο της κύριας ενασχόλησης, όπως για παράδειγμα οι οικιακές εργασίες για μία νοικοκυρά, ενώ περιλαμβάνεται η μετακίνηση (προς και από την εργασία, το σχολείο, την αγορά / σούπερ-μάρκετ κ.λπ.) με τα πόδια ή με ποδήλατο διάρκειας, τουλάχιστον 10 λεπτών συνεχόμενα, χωρίς διακοπή. Περίπου 1 στους 10 (11,8%) δεν ασκείται καθόλου στη διάρκεια μίας συνηθισμένης εβδομάδας
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΦΡΟΥΤΩΝ ΚΑΙ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ
Η έρευνα κατέγραψε τη συχνότητα κατανάλωσης φρούτων (φρέσκων, κονσερβοποιημένων, αποξηραμένων ή και κατεψυγμένων) στη διάρκεια μίας τυπικής εβδομάδας, οπουδήποτε (στο σπίτι, στο εστιατόριο, κ.λπ.). Δεν περιλαμβάνονται οι χυμοί φρούτων.
Καταγράφηκε, επίσης, η συχνότητα κατανάλωσης λαχανικών και σαλατών, φρέσκων, κατεψυγμένων, αποξηραμένων ή κονσερβοποιημένων. Περιλαμβάνονται τα όσπρια ενώ οι πατάτες, ως υδατάνθρακες, ανήκουν στην τροφική ομάδα του ψωμιού και των δημητριακών και δεν συμπεριλαμβάνονται. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι χυμοί λαχανικών.
• 6 στους 10 (60,1%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν λαχανικά ή σαλάτες καθημερινά
(τουλάχιστον μία φορά την ημέρα), ενώ ποσοστό 0,5% δεν καταναλώνει καθόλου.
• Περίπου 6 στους 10 (56,9%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν φρούτα καθημερινά
(τουλάχιστον μία φορά την ημέρα), ενώ ποσοστό 0,7% δεν καταναλώνει καθόλου.
ΚΑΠΝΙΣΜΑ
Με την έρευνα συλλέχθηκαν πληροφορίες αναφορικά με τις καπνιστικές συνήθειες του πληθυσμού στη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών. Στα αποτελέσματα που παρατίθενται ακολούθως περιλαμβάνεται και το ηλεκτρονικό τσιγάρο.
• Το 22,6% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει καθημερινά
• Το 1,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει μερικές φορές την εβδομάδα
• Το 1,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει μερικές φορές το μήνα
• Το 1,2% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει μερικές φορές το χρόνο
• Το 72,8% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δεν καπνίζει
Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς το φύλο στα ποσοστά του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω που καπνίζουν. Συγκεκριμένα, καπνίζουν καθημερινά:
• περίπου 3 στους 10 (29,6%) άνδρες ηλικίας 16 ετών και άνω και,
• λιγότερες από 2 στις 10 (15,9%) γυναίκες ηλικίας 16 ετών και άνω.
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΛΚΟΟΛ
Με την έρευνα καταγράφηκαν πληροφορίες για την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, οποιουδήποτε είδους (μπύρα, κρασί, ουίσκι, λικέρ, ούζο, τσίπουρο, ρακί κ.ά.). Συγκεκριμένα, καταγράφηκε η συχνότητα κατανάλωσης κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, ανεξάρτητα από την ποσότητα. Αλκοολούχα
ποτά θεωρούνται όλα τα ποτά που περιέχουν αλκοόλ και, πιο συγκεκριμένα, αιθανόλη.
Το 3,8% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνει καθημερινά αλκοολούχα ποτά • Λιγότεροι από 2 στους 10 (17,8%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν μερικές φορές την εβδομάδα
• Περίπου 1 στους 4 (25,9%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν μερικές φορές το μήνα
• Λιγότεροι από 2 στους 10 (18,3%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν μερικές φορές το χρόνο
• Περίπου 1 στα 3 άτομα (34,3%) ηλικίας 16 ετών και άνω δεν καταναλώνει καθόλου αλκοολούχα ποτά
ΣΤ. ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΥΓΕΙΑΣ
Με την έρευνα εξετάστηκε κατά πόσο οι δαπάνες υγείας επιβάρυναν οικονομικά τα νοικοκυριά, κατά τους τελευταίους 12 μήνες. Εξετάστηκε ξεχωριστά η οικονομική επιβάρυνση για (α) παροχή ιατρικής φροντίδας (ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες, επισκέψεις σε ιατρούς, νοσήλια, κ.ά.), (β) παροχή στοματικής
φροντίδας (οδοντιατρικές ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες, επισκέψεις σε οδοντιάτρους / στοματολόγους / ορθοδοντικούς) και (γ) αγορά φαρμάκων, βοτάνων ή βιταμινών (κατόπιν ή χωρίς σύσταση από ιατρό, συνταγογραφούμενων ή μη με εξαίρεση τα αντισυλληπτικά χάπια και τυχόν άλλες ορμόνες που
χρησιμοποιούνται μόνο για αντισύλληψη).
Το ποσοστό του πληθυσμού 16 ετών και άνω που επιβαρύνθηκε πάρα πολύ οικονομικά από τις δαπάνες,ήταν:
• για παροχή ιατρικής φροντίδας, 6,2%
• για παροχή οδοντιατρικής/στοματικής φροντίδας, 3,6% και
• για αγορά φαρμάκων ή βιταμινών ήταν 10,5%.
