Έντονες αποκλίσεις σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει η Ελλάδα στους δείκτες ποιότητας ζωής και πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Eurostat, «Key figures on European living conditions – 2026 edition».
Το πλέον αξιοσημείωτο εύρημα της έκθεσης εστιάζει στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι 13 περιφέρειες της Ελλάδας εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική εξέταση στην Ε.Ε., ξεπερνώντας τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές περιφέρειες.
Τα ποσοστά αυτά στη χώρα μας παρουσιάζουν διακυμάνσεις, ξεκινώντας από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο και φτάνοντας έως το 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος της Ε.Ε. διαμορφώνεται στο 2,4%, με το υψηλότερο ποσοστό εκτός Ελλάδας να σημειώνεται σε περιφέρεια της Φινλανδίας (9,0%) και το χαμηλότερο στην Τσεχία (0,0%).
Οι βασικοί λόγοι που αναφέρει η Eurostat για τις δυσκολίες των πολιτών να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις είναι το οικονομικό κόστος, οι λίστες αναμονής και οι χιλιομετρικές αποστάσεις.
Οι πολίτες ηλικίας 16 ετών και άνω που δεν κατάφεραν να λάβουν την ιατρική φροντίδα που χρειάζονταν απέδωσαν το γεγονός κυρίως:Στις λίστες αναμονής (1,2%) Στο υψηλό κόστος (1,0%)Στη μεγάλη απόσταση από τις δομές υγείας (0,1%).
Σύμφωνα πάντα με την έκθεση της Eurostat, στην Ελλάδα, το 87,1% του πληθυσμού δηλώνει ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην ΕΕ. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 42,5%, ενώ στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 76,9%. Στον αντίποδα, μόλις 18,3% των κατοίκων της Γερμανίας και 19,8% της Ολλανδίας αντιμετωπίζουν ανάλογες δυσκολίες.
Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με τα στοιχεία για το διαθέσιμο εισόδημα. Το 2025 το διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα, προσαρμοσμένο στις διαφορές τιμών μεταξύ των χωρών, διαμορφώθηκε σε 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), έναντι 22.630 στην Ε.Ε. Χαμηλότερα βρίσκονταν μόνο η Ουγγαρία και η Ρουμανία.
Η Ελλάδα είχε επίσης το τρίτο υψηλότερο ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης, στο 14,9%, πίσω μόνο από τη Ρουμανία με 16,8% και τη Βουλγαρία με 15%. Ο μέσος όρος της Ε.Ε. ήταν 6,3%. Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στις βασικές δαπάνες. Το 27,3% των Ελλήνων δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά την τακτική συμμετοχή σε δραστηριότητες αναψυχής, έναντι 12,1% στην Ε.Ε. Και σε αυτόν τον δείκτη η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η απόσταση και στον δείκτη της λεγόμενης «υποκειμενικής φτώχειας» δηλαδή στο κατά πόσον οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν τον εαυτό τους φτωχό. Στην Ελλάδα το ποσοστό φτάνει το 67,2%, όταν στη Βουλγαρία, που ακολουθεί, είναι 36,1%. Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. ο δείκτης κινείται κάτω από το 25%.

