Η παραίτηση του Δημήτρη Βαρτζόπουλου από το Υπουργείο Υγείας φέρνει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό δίλημμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής: Πού σταματά το καθήκον ενός βουλευτή να βοηθά τους συμπολίτες του και πού ξεκινά η αθέμιτη παρέμβαση;
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Ο πρώην Υφυπουργός βρίσκεται πλέον εκτός κυβέρνησης, υποστηρίζοντας όμως σθεναρά ότι η εμπλοκή του στο ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν προϊόν δόλου, αλλά μια ειλικρινής προσπάθεια στήριξης ενός αδύναμου παραγωγού που είχε εγκλωβιστεί στα γρανάζια της γραφειοκρατίας.
Η υπεράσπιση ενός «εύλογου αιτήματος»
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένα SMS, το οποίο ο κ. Βαρτζόπουλος χαρακτηρίζει (σε ανάρτησή του στα social media) ως μια απλή, τυπική ερώτηση προς τη διοίκηση του Οργανισμού. Η δική του ανάγνωση των γεγονότων θέλει τον πολιτικό να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ του πολίτη και της απρόσωπης κρατικής μηχανής. Σημειώνει, μάλιστα, με νόημα ότι το αίτημα που μετέφερε ήταν δίκαιο και δεν προκάλεσε την παραμικρή οικονομική ζημία, ούτε στον εθνικό ούτε στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, γεγονός που κατά τον ίδιο αποδεικνύει την απουσία οποιασδήποτε παράνομης πρόθεσης.
Διώκεται ο ρόλος του συμπαραστάτη;
Ο πρώην Υφυπουργός εκφράζει την πικρία του, θεωρώντας ότι η δικαστική του περιπέτεια είναι το τίμημα για τη διαθεσιμότητά του προς τους πολίτες της περιφέρειάς του. «Πολύ φοβούμαι ότι για αυτό διώκομαι», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπονοώντας ότι η δική του αντίληψη για τον ρόλο του «αρωγού» συγκρούστηκε με μια συγκυρία που αναζητούσε πολιτικά θύματα για να εκτονωθεί η ένταση γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ενώ η κυβερνητική απόφαση για την απομάκρυνσή του ήταν ακαριαία, ο ίδιος ο κ. Βαρτζόπουλος εμφανίζεται πεπεισμένος ότι η αλήθεια θα αποκατασταθεί στις δικαστικές αίθουσες. Για τον ίδιο, η συνείδησή του παραμένει καθαρή, καθώς θεωρεί ότι έπραξε το αυτονόητο για έναν εκπρόσωπο του λαού, έστω κι αν αυτό το «αυτονόητο» του κόστισε τελικά την υπουργική του καρέκλα. Η συνέχεια της υπόθεσης θα κρίνει αν η στάση του θα δικαιωθεί ως πράξη κοινωνικής ευθύνης ή αν θα παραμείνει ως ένα μάθημα για τα στενά όρια της θεσμικής δεοντολογίας.
