Νέα εργαστηριακά πειράματα ρίχνουν φως σε ένα από τα πιο σκοτεινά μυστήρια του ιού Έμπολα: τον τρόπο με τον οποίο καταφέρνει να επιβιώνει απαρατήρητος στον ανθρώπινο οργανισμό για μήνες ή ακόμη και χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη.
Η ικανότητα αυτή του ιού να παραμένει σε κατάσταση ύπνωσης εγκυμονεί διαρκώς τον κίνδυνο μιας ξαφνικής και απρόβλεπτης υποτροπής για τον ασθενή.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο ενεργός ιός Έμπολα μπορεί να ανιχνευθεί στο σπέρμα για πολλούς μήνες ή και για έναν χρόνο μετά τη θεραπεία, ενώ έχει την τάση να εγκαθίσταται και στο κεντρικό νευρικό σύστημα, με βασικότερο καταφύγιο τον εγκέφαλο. Τα δεδομένα αυτά αναλύουν οι ερευνητές στη νέα τους μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Nature Microbiology*.
Το «άσυλο» του ιού στα σημεία με περιορισμένη ανοσία
Αυτή η παρατεταμένη επιβίωση οφείλεται στο γεγονός ότι τόσο οι όρχεις —από όπου προέρχεται το σπέρμα— όσο και το κεντρικό νευρικό σύστημα αποτελούν περιοχές του σώματος με «ανοσολογικό προνόμιο» (immune-privileged). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα αντιδρά με έναν πολύ εξασθενημένο και ελεγχόμενο τρόπο στα συγκεκριμένα σημεία, προκειμένου να προστατεύσει τους εξαιρετικά ευαίσθητους ιστούς τους από τις φλεγμονές. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι ότι η άμυνα του οργανισμού δεν καταφέρνει πάντα να εξολοθρεύσει πλήρως τον ιό.
Για να κατανοήσουν βαθύτερα αυτόν τον μηχανισμό, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ανθρώπινα βλαστοκύτταρα, τα οποία προγραμματίστηκαν στο εργαστήριο ώστε να αναπτυχθούν σε «εγκεφαλοειδείς δομές». Πρόκειται για μικροσκοπικές, σφαιρικές δομές που προσομοιάζουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο και αποτελούνται από κύτταρα του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Οι δύο τρόποι εξάπλωσης μέσα στα εγκεφαλικά κύτταρα
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ο ιός Έμπολα μόλυνε πολλαπλούς τύπους κυττάρων μέσα στα εγκεφαλικά οργανοειδή και είχε την ικανότητα να αναπαράγεται εκεί για διάστημα έως και 120 ημερών. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, παρατηρήθηκε ότι ο ιός εξαπλωνόταν με δύο τρόπους: είτε απευθείας από ένα μολυσμένο κύτταρο στο γειτονικό του, είτε μέσω της διαδικασίας της εκβλάστησης (budding) από το κύτταρο-ξενιστή, που αποτελεί και την κλασική οδό εξάπλωσης των ιών.
Όπως εξήγησε σε επίσημη δήλωσή της η επικεφαλής της μελέτης, Lina Widerspick από το Ινστιτούτο Μικροβιολογίας των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων (Bundeswehr) στο Μόναχο, οι εγκεφαλοειδείς δομές προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία να εξεταστούν λεπτομερώς οι μηχανισμοί που χρησιμοποιεί ο Έμπολα και άλλοι φιλοϊοί για να επιμένουν στο ανθρώπινο νευρικό σύστημα. Οι γνώσεις αυτές είναι καθοριστικές για την κατανόηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της νόσου, όπως η σοβαρή και ενίοτε θανατηφόρα μηνιγγοεγκεφαλίτιδα που εμφανίζουν ορισμένοι επιζήσαντες.
Οι μεταλλάξεις-κλειδιά και οι μελλοντικές προκλήσεις
Μελετώντας τα μολυσμένα οργανοειδή, η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε επίσης συγκεκριμένες μεταλλάξεις στο γονιδίωμα του ιού, οι οποίες πιθανότατα τον βοηθούν να «λουφάζει», χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Μάλιστα, ορισμένες από αυτές τις γενετικές μεταλλάξεις δεν είχαν περιγραφεί ποτέ στο παρελθόν σε ανθρώπους που επέζησαν από την ασθένεια.
Κλείνοντας την αναφορά τους, οι επιστήμονες τόνισαν την ανάγκη για περαιτέρω μελέτες, ιδιαίτερα γύρω από στελέχη του ιού που παραμένουν λιγότερο κατανοητά. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται και ο ιός Bundibugyo, ο οποίος αποτελεί την αιτία για την τρέχουσα έξαρση κρουσμάτων στην Αφρική, καθιστώντας την ανάγκη για αποτελεσματικές απαντήσεις πιο επιτακτική από ποτέ.
