Από τη Γιάννα Τριανταφύλλη.
Ερευνητές από την Νότια Κορέα υποστηρίζουν ότι το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών μπορεί να αποτελεί μια πρώιμη προειδοποιητική ένδειξη για την εμφάνιση της νόσου Parkinson.
Το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών (Restless Legs Syndrome – RLS)είναι μια συχνή νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ανεξέλεγκτη επιθυμία για κίνηση των ποδιών, συνήθως τις βραδινές ή νυχτερινές ώρες. Εκτιμάται ότι η διαταραχή αυτή επηρεάζει έως και το 10% του γενικού πληθυσμού και είναι πιο συχνή στις γυναίκες.
Αν και το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών συνήθως είναι ιδιοπαθές, πιστεύεται ότι στην παθοφυσιολογία του συνδρόμου εμπλέκεται το ντοπαμινεργικό σύστημα του εγκεφάλου. Μπορεί επίσης να σχετίζεται και με άλλες ιατρικές συννοσηρότητες, όπως η σιδηροπενική αναιμία, η χρόνια νεφρική νόσος, η πολυνευροπάθεια, ο διαβήτης, η σκλήρυνση κατά πλάκας και οι καρδιαγγειακές παθήσεις.
Τα άτομα που πάσχουν από σύνδρομο ανήσυχων ποδιών ενδέχεται να παρουσιάζουν επίμονη κόπωση, υπνηλία στη διάρκεια της ημέρας, συναισθηματικές δυσκολίες και γενικότερη επιδείνωση της συνολικής τους υγείας.
Ως θεραπεία πρώτης γραμμής για το σύνδρομο των ανήσυχων ποδιών χρησιμοποιούνται οι ντοπαμινεργικοί αγωνιστές, φάρμακα που συνδέονται με τους υποδοχείς ντοπαμίνης, μιμούμενα τη δράση της. Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται και στη θεραπεία της νόσου Parkinson, αλλά σε πολύ μεγαλύτερες δόσεις απ’ ότι στο σύνδρομο ανήσυχων ποδιών.
Νόσος Parkinson και σύνδρομο ανήσυχων ποδιών: Πως συνδέονται;
Η νόσος Parkinson εμφανίζεται όταν τα εγκεφαλικά κύτταρα που ονομάζονται ντοπαμινεργικοί νευρώνες καταστρέφονται προοδευτικά, οδηγώντας σε ανεπάρκεια ντοπαμίνης.
Αυτό το έλλειμμα ντοπαμίνης επηρεάζει αρνητικά την επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων, προκαλώντας τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της νόσου όπως τρόμο, επιβράδυνση της κίνησης και προβλήματα ισορροπίας.
Με δεδομένο ότι πρόκειται για μια νευροεκφυλιστική διαταραχή με αυξανόμενη παγκόσμια συχνότητα εμφάνισης και με σταδιακά αυξανόμενο κοινωνικό βάρος, ο εντοπισμός των παραγόντων κινδύνου και η εφαρμογή έγκαιρων παρεμβάσεων αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.
Η έρευνα σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου και τις σχετικές ασθένειες που σχετίζονται με την ανάπτυξη της νόσου Parkinson είναι σημαντική. Τόσο το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών όσο και η νόσος Πάρκινσον αντιμετωπίζονται με ντοπαμινεργικούς παράγοντες.
Παρά το γεγονός ότι έχουν διεξαχθεί πολυάριθμες μελέτες για να διευκρινιστεί η συσχέτιση μεταξύ των δύο διαταραχών, μέχρι σήμερα τα ευρήματα δεν έχουν οδηγήσει σε ασφαλή και σαφή συμπεράσματα.
Ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ansan, στην Κορέα, θέλησε να διερευνήσει εάν το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών αποτελεί πρώιμο προειδοποιητικό σημάδι για την ανάπτυξη της νόσου Parkinson και εάν η ντοπαμινεργική οδός – το τμήμα του εγκεφάλου που συνδέεται με τα προβλήματα ντοπαμίνης που παρατηρούνται στη νόσο του Πάρκινσον – παίζει κάποιο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.
Η αναδρομική μελέτη κοόρτης χρησιμοποίησε δεδομένα από περίπου 19.838 άτομα από την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλισης Υγείας της Κορέας, οι μισοί από του οποίους είχαν διαγνωστεί με σύνδρομο ανήσυχων ποδιών.
Τι έδειξαν τα ευρήματα
Τα ευρήματα αποκάλυψαν ότι, όσα άτομα έπασχαν από το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών είχαν έως και 60% περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν τη νόσο του Parkinson.
Αντίθετα, τα άτομα που έπασχαν από σύνδρομο ανήσυχων ποδιών και λάμβαναν αγωνιστές ντοπαμίνης – φάρμακα όπως πραμιπεξόλη ή ροπινιρόλη, τα οποία μιμούνται τη δράση της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο – είχαν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν νόσο του Πάρκινσον .
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η συσχέτιση μεταξύ του συνδρόμου ανήσυχων ποδιών και της νόσου του Πάρκινσον μπορεί να μην οφείλεται στην ντοπαμινεργική οδό, αλλά σε μια άλλη υποκείμενη διαδικασία – όπως φλεγμονή ή αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των αισθητηρίων συστημάτων του εγκεφάλου – που αυξάνει τον κίνδυνο και των δύο διαταραχών.
Ενώ η έρευνα υποστηρίζει τον ισχυρισμό ότι το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών θα μπορούσε να είναι μια πρώιμη εκδήλωση της νόσου του Πάρκινσον, οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ότι δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν μια σαφή σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Όπως υπογραμμίζουν απαιτούνται περαιτέρω μελέτες, καθώς οι διαγνώσεις βασίστηκαν σε κλινική κρίση και όχι σε εργαστηριακές εξετάσεις, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράλειψη ή λανθασμένη ταξινόμηση ορισμένων περιπτώσεων.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο JAMA Network Open.
