Ο Γιώργος είναι 67. Από εκείνους που πλήρωναν πάντα «για να είναι ήσυχοι». Όταν έκανε το νοσοκομειακό του πρόγραμμα, δεν το είδε σαν πολυτέλεια. Το είδε σαν μια συμφωνία με το μέλλον. Να μη βρεθεί μια μέρα, άρρωστος και μόνος, να ψάχνει λύσεις στο παρά πέντε σε ουρές και αβεβαιότητες.
Από τον Τάκη Μαραλέτο

Κάθε Γενάρη η ανανέωση ερχόταν σχεδόν μηχανικά. Φέτος δεν ήταν έτσι. Ο φάκελος ήρθε, ο καφές κρύωσε, οι πράξεις βγήκαν δύσκολες. Το ασφάλιστρο ανέβηκε ξανά δυσανάλογα. Η σύνταξη όχι. Κι εκεί που έλεγε «το κρατάω, γιατί ποτέ δεν ξέρεις», βρέθηκε να λέει κάτι που ακούγεται όλο και συχνότερα: «Μήπως να το κόψω; Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορώ να το πληρώνω;»
Κι εδώ κρύβεται η πιο σκληρή ειρωνεία. Να σκέφτεσαι να σταματήσεις την ιδιωτική ασφάλιση ακριβώς όταν αυξάνει η πιθανότητα να τη χρειαστείς.
Γιατί ανεβαίνουν τόσο τα ασφάλιστρα
Οι ασφαλιστικές εταιρείες δίνουν μια σταθερή εξήγηση. Αυξήθηκε το κόστος της ιδιωτικής νοσηλείας, άρα αυξάνονται και τα ασφάλιστρα. Ο «πληθωρισμός στην υγεία» που αφορά σε νέες τεχνολογίες, ακριβότερα υλικά, μεταβολές στη χρήση υπηρεσιών είναι πραγματικός. Η υγεία δεν είναι φθηνή, ούτε πρόκειται να γίνει.
Το θέμα όμως δεν είναι αν υπάρχει κόστος. Είναι πόσο γρήγορα και με ποια ένταση μεταφέρεται στον ασφαλισμένο. Για έναν 40άρη, μια αύξηση είναι μια δυσκολία. Για έναν 70άρη συνταξιούχο με μικρότερο εισόδημα από πριν, θα γίνει ρήγμα. Κι όταν το ρήγμα ανοίξει, ακολουθεί αυτό που η αγορά λέει ψυχρά “ακυρώσεις”. Άνθρωποι που πλήρωναν χρόνια, αποχωρούν όταν η κάλυψη θα είχε τη μεγαλύτερη αξία για την υγεία και τη ζωή τους.
Στη δημόσια συζήτηση έχουν αποτυπωθεί στοιχεία που δείχνουν ότι η ακυρωσιμότητα στα ατομικά συμβόλαια Υγείας έφτασε στο 12,5% το 2023. Είναι ένας αριθμός που δεν περνά απαρατήρητος. Όχι γιατί αποδεικνύει κάτι μόνος του, αλλά γιατί δείχνει την τάση ότι η ιδιωτική κάλυψη γίνεται όλο και πιο δύσκολη για ένα μέρος του πληθυσμού.
Και εδώ έρχεται ένα μεγάλο, πρακτικό κενό. Πόσοι από αυτούς που φεύγουν είναι μεγαλύτερης ηλικίας; Πόσοι φεύγουν μετά από 15-20 ή και 30 χρόνια ασφάλισης; Αυτή η εικόνα, με δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, δεν είναι καθόλου καθαρή. Κι όμως, είναι κρίσιμη. Αν δεν ξέρεις ποιοι και πόσοι βγαίνουν από το σύστημα, δεν μπορείς να καταλάβεις ούτε την κοινωνική επίπτωση ούτε να σχεδιάσεις προστασία.
Τι σημαίνει “ακύρωση” στην πράξη
Δεν είναι πάντα “δεν θέλω”. Συχνά είναι “δεν μπορώ”.
Και σχεδόν ποτέ δεν γίνεται σε καλή στιγμή. Συνήθως γίνεται όταν το εισόδημα ή η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί, ενώ οι ανάγκες υγείας αρχίζουν να αυξάνονται
Το ερώτημα που δεν απαντιέται εύκολα είναι αν φεύγουν οι μεγαλύτεροι την ώρα που πρέπει θα έπρεπε να μείνουν
Υπάρχει μια υπόθεση που κυκλοφορεί ευρέως, αλλά σπάνια συζητιέται ευθέως. Μήπως, ακόμη κι αν δεν το “σχεδιάζει” κανείς ρητά, ο τρόπος που δομούνται οι αυξήσεις λειτουργεί τελικά σαν φίλτρο; Σαν μια σκάλα που ανεβαίνει σταδιακά όσο είσαι νέος, αλλά γίνεται απότομα απότομη όταν έχεις βγει στη σύνταξη.
Σαφώς αυτό δεν αποτελεί κατηγορία. Είναι όμως σίγουρα μια υπόθεση που χρειάζεται έλεγχο.
Σε απλά ελληνικά αν τα ασφάλιστρα ανεβαίνουν με ρυθμό που ξεπερνά τις αντοχές των ηλικιωμένων, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο – αποχωρούν. Και όταν αποχωρούν, αποχωρούν ακριβώς εκεί που το ρίσκο νοσηλείας είναι υψηλότερο. Αν αυτό συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα, δεν είναι μόνο πρόβλημα των ασφαλιστικών και των ασφαλισμένων. Είναι βαθύ και κύριο πρόβλημα πρόσβασης.
Κι εδώ η διαφάνεια είναι το κλειδί! Χρειάζονται καθαροί κανόνες αναπροσαρμογής, κατανοητοί στον πολίτη, και πραγματικά συγκρίσιμα στοιχεία για τις ακυρώσεις.
Τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, η συγκέντρωση και η δύναμη της τιμολόγησης
Στην άλλη πλευρά βρίσκονται τα ιδιωτικά θεραπευτήρια. Τα τελευταία χρόνια η αγορά ιδιωτικής υγείας έχει κινηθεί προς συγκέντρωση και μεγάλους ομίλους. Αυτό από μόνο του δεν είναι “κακό”. Οι μεγάλοι όμιλοι μπορούν να επενδύσουν, να οργανώσουν, να ανεβάσουν ποιότητα.
Αλλά η συγκέντρωση φέρνει και ισχύ. Και στην υγεία η ισχύς μεταφράζεται σε όρους διαπραγμάτευσης και τιμές. Όταν οι πάροχοι έχουν ισχυρή θέση, πιέζουν τις ασφαλιστικές. Κι όταν οι ασφαλιστικές πιέζονται, αυτόματα μεταφέρουν την πίεση στα ασφάλιστρα.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε κλαδική της έρευνα για τις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας και τις συναφείς υπηρεσίες ασφάλισης, δείχνει ότι το μέσο κόστος ζημίας/περιστατικού έχει ανοδική τάση και σε συγκεκριμένες περιόδους κινείται ταχύτερα από δείκτες τιμών νοσοκομειακής περίθαλψης. Αυτό δεν “δείχνει ένοχο”. Δείχνει όμως ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο στον πληθωρισμό. Αφορά και στη δομή της αγοράς.
Τρεις αριθμοί που εξηγούν την πίεση
– Ακυρωσιμότητα ατομικών συμβολαίων Υγείας το 2023: 12,5%.
– Μέσο κόστος ανά περιστατικό σε μακροχρόνια/«ισόβια» νοσοκομειακά: 4.563€ το 2023.
– Μεταβολή μέσου κόστους ζημίας 2011→2023: +55,3%.
Αν κόψουν πολλοί την ιδιωτική ασφάλιση, τι σημαίνει για το ΕΣΥ
Εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος που αφορά όλους, όχι μόνο όσους είναι ιδιωτικά ασφαλισμένοι. Αν ένα σημαντικό μέρος των πολιτών διακόψει την ιδιωτική κάλυψη λόγω κόστους, το “βάρος” δεν εξαφανίζεται. Μετακινείται.
Πρώτα απ’ όλα, μετακινείται στις λίστες αναμονής του ΕΣΥ. Περισσότεροι άνθρωποι θα αναζητήσουν δημόσια ραντεβού, δημόσιες εξετάσεις και δημόσιες επεμβάσεις. Σε ένα σύστημα που ήδη πιέζεται, αυτό σημαίνει μεγαλύτερους χρόνους αναμονής, ειδικά σε πράξεις που χρειάζονται υποδομή και προσωπικό.
Δεύτερον, μετακινείται στα Τμήματα Επειγόντων. Όταν δυσκολεύει η προγραμματισμένη πρόσβαση, πολλοί καταλήγουν να εμφανίζονται ως «επείγον», επειδή δεν υπάρχει άλλη διαδρομή. Αυτό επιβαρύνει τα ΤΕΠ, αυξάνει τη συμφόρηση και καθυστερεί την εξυπηρέτηση ακόμη και των πραγματικά επειγόντων.
Τρίτον, μετακινείται στην καθυστέρηση διάγνωσης. Όταν κάποιος αναβάλλει εξετάσεις ή “το αφήνει λίγο ακόμη” γιατί δεν μπορεί να πληρώσει ιδιωτικά και δεν βρίσκει δημόσια περίθαλψη εύκολα, η διάγνωση αργεί. Και η καθυστέρηση στην υγεία είναι σχεδόν πάντα ακριβότερη και σε έκβαση και σε κόστος.
Τέταρτον, μετακινείται στην ανισότητα, ένα μέρος των ανθρώπων που κόβουν την ασφάλιση θα πληρώνει από την τσέπη (όταν μπορεί) και ένα άλλο μέρος θα περιμένει. Αυτή η «διαφορά ταχύτητας» είναι κοινωνικά διαβρωτική.
Με λίγα λόγια αν το ιδιωτικό κομμάτι της ασφάλισης συρρικνωθεί απότομα, το ΕΣΥ θα δεχτεί κύμα. Και ένα κύμα, όταν δεν υπάρχει χωρητικότητα, γίνεται κρίση.
Τι μπορεί να αλλάξει…
Δεν υπάρχει ένα μαγικό μέτρο. Υπάρχουν όμως κινήσεις που αλλάζουν το τοπίο.
Η πολιτεία έχει επιχειρήσει το 2025 να βάλει έναν πιο καθαρό μηχανισμό αναπροσαρμογών, θεσπίζοντας την ανάθεση στην ΕΛΣΤΑΤ του Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ) για μακροχρόνιες ασφαλίσεις υγείας μέσω του Ν. 5170/2025. Το νόημα είναι απλό, ένας κανόνας που να είναι κατανοητός, συγκρίσιμος και δύσκολο να “ερμηνευτεί” κατά το δοκούν. Όμως η αξία του θα κριθεί στην εφαρμογή του – εκεί που σήμερα η αγορά παραμένει σε γκρίζες ζώνες.
Να σημειώσουμε ότι από την έρευνα μας δεν προκύπτει να έχει δημοσιοποιηθεί ακόμη από την ΕΛΣΤΑΤ η αριθμητική τιμή του δείκτη για το 2026
Παράλληλα, χρειάζεται καθαρότερη και συστηματική εποπτεία στην αγορά ιδιωτικής υγείας και ασφάλισης. Όχι μόνο όταν γίνεται μια μεγάλη συμφωνία, αλλά και στη συνέχεια, διαχρονικά, στους όρους συνεργασίας και στην εξέλιξη των τιμών.
Και τέλος, χρειάζεται προστασία από «σοκ» αυξήσεων για τους μακροχρόνιους ασφαλισμένους, ώστε η ηλικία να μην λειτουργεί σαν μηχανισμός αποκλεισμού. Αυτό δεν σημαίνει να αγνοηθεί το κόστος. Σημαίνει να μοιράζεται με τρόπο που δεν πετάει ανθρώπους έξω το σύστημα δεν τους αναγκάζει δηλαδή να διακόψουν την ώρα που χρειάζονται την ασφάλιση τους.
Τελικά ο Γιώργος δεν ζητά χάρη. Ζητά να ξέρει. Ζητά κανόνα. Και ζητά να μη μετατρέπεται η ηλικία σε ρήτρα εξόδου.
