Η μάχη κατά του καρκίνου δεν είναι μια θεωρητική άσκηση επί χάρτου, ούτε μια γραφειοκρατική διαδικασία που μπορεί να διεκπεραιωθεί πίσω από κλειστές πόρτες κυβερνητικών γραφείων. Είναι ένας καθημερινός, επίπονος αγώνας που δίνεται στους θαλάμους των νοσοκομείων, στις μονάδες χημειοθεραπείας και στα ερευνητικά εργαστήρια.
Όταν, λοιπόν, η Πολιτεία αποφασίζει να σχεδιάσει τη στρατηγική της χώρας απέναντι στη «νόσο των εποχών μας», η λογική επιτάσσει οι πρωτεργάτες αυτής της μάχης να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού. Ωστόσο, η πρόσφατη ανακοίνωση για τη συγκρότηση της Ομάδας Εργασίας που θα εκπονήσει το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο συνοδεύτηκε από μια ηχηρή και δυσεξήγητη παράλειψη: τον αποκλεισμό της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ). Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό και θέτει σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα ενός σχεδίου που φιλοδοξεί να αλλάξει τον χάρτη της δημόσιας υγείας, χωρίς όμως τη σύμπραξη εκείνων που καλούνται να το εφαρμόσουν στην πράξη.
Ένας ακατανόητος αποκλεισμός από μια πρωτοβουλία εθνικής σημασίας
Η Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), ως ο επίσημος επιστημονικός φορέας που εκπροσωπεί το σύνολο των ιατρών Παθολόγων Ογκολόγων της χώρας, βρέθηκε προ εκπλήξεως παρακολουθώντας τις πρόσφατες δημόσιες εξαγγελίες της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας. Χωρίς να έχει προηγηθεί καμία επίσημη ενημέρωση, θεσμική πρόσκληση ή στοιχειώδης επικοινωνία, η ΕΟΠΕ πληροφορήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης τη σύνθεση της ομάδας που θα αναλάβει το κορυφαίο αυτό εγχείρημα. Η παράκαμψη του πλέον αρμόδιου επιστημονικού εταίρου δεν αποτελεί απλώς μια άστοχη διοικητική παράλειψη, αλλά μια δομική αστοχία. Οι Παθολόγοι Ογκολόγοι στην Ελλάδα δεν περιορίζονται μόνο στην κλινική αντιμετώπιση της νόσου. Είναι εκείνοι που, με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες, επωμίζονται το τεράστιο βάρος των γραφειοκρατικών και εγκριτικών διαδικασιών, προκειμένου η φαρμακευτική καινοτομία και οι νέες θεραπείες να φτάσουν έγκαιρα στον Έλληνα ασθενή. Το γεγονός ότι η Πολιτεία επιλέγει να σχεδιάσει την επόμενη ημέρα της αντικαρκινικής φροντίδας ερημήν ημών, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για το αν το νέο σχέδιο θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας.
Η επιστημονική κοινότητα ως εγγυητής της κλινικής εφαρμογής
Η εκπόνηση ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο δεν μπορεί να είναι μια μονομερής κυβερνητική απόφαση, αλλά μια κορυφαία θεσμική διαδικασία που απαιτεί εξαρχής ανοιχτό διάλογο, διαφάνεια και ουσιαστική συνεργασία. Η συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας δεν έχει χαρακτήρα τυπικής ή συμβουλευτικής παρουσίας. Είναι επιβεβλημένη διότι οι Παθολόγοι Ογκολόγοι είναι οι θεματοφύλακες της καθημερινής κλινικής φροντίδας, της παραγωγής και της αξιολόγησης της νέας γνώσης. Είναι εκείνοι που αναπτύσσουν τις κατευθυντήριες οδηγίες, συντάσσουν τα θεραπευτικά πρωτόκολλα, εκπαιδεύουν τους νέους επαγγελματίες υγείας και αξιολογούν διαρκώς την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Χωρίς αυτή την πολύτιμη κλινική εμπειρία και την άμεση επαφή με το πεδίο, οποιοδήποτε σχέδιο κινδυνεύει να παραμείνει ένα θεωρητικό ευχολόγιο, αποκομμένο από τις πραγματικές δυνατότητες και ανάγκες του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η επιστημονική τεκμηρίωση είναι η μόνη ασπίδα για τη δημιουργία ενός σχεδίου που θα είναι εφαρμόσιμο, βιώσιμο και πραγματικά αποτελεσματικό.
Τα κενά στο οργανωτικό μοντέλο και η ανάγκη για κεντρικό ρόλο
Το οργανωτικό σχήμα του εγχειρήματος, όπως παρουσιάστηκε από το Υπουργείο Υγείας, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα ενσωματωθούν θεσμικά οι επαγγελματίες υγείας στον συντονισμό και τον σχεδιασμό των νέων πολιτικών. Η ΕΟΠΕ θεωρεί αυτονόητο και μη διαπραγματεύσιμο ότι η επιτυχία μιας τέτοιας εθνικής προσπάθειας προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή των Παθολόγων Ογκολόγων σε ηγετικό και καθοδηγητικό ρόλο. Ο ρόλος αυτός δεν διεκδικείται για λόγους κύρους, αλλά επιβάλλεται από το ίδιο το μέγεθος της προσφοράς και της συμμετοχής τους στην περίθαλψη των ογκολογικών ασθενών. Όταν ο Παθολόγος Ογκολόγος είναι ο συντονιστής της θεραπευτικής πορείας του ασθενούς, είναι παράδοξο να μην έχει λόγο στη χάραξη της εθνικής στρατηγικής που καθορίζει αυτή τη θεραπεία.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει τον δρόμο της συνέργειας
Αν κοιτάξουμε πέρα από τα σύνορά μας, η διεθνής εμπειρία και οι βέλτιστες πρακτικές των ευρωπαϊκών χωρών καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι τα επιτυχημένα εθνικά σχέδια δράσης βασίζονται σε ένα μοντέλο πολυμερούς συνεργασίας. Η Πολιτεία, η επιστημονική κοινότητα, οι επαγγελματίες υγείας και οι ενώσεις ασθενών πρέπει να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, με διακριτούς αλλά απόλυτα αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους. Η σύνθεση της εξειδικευμένης επιστημονικής γνώσης με τη βιωμένη εμπειρία των ίδιων των ασθενών αποτελεί τη μοναδική σταθερή βάση για τη χάραξη δίκαιων, αποτελεσματικών και οικονομικά βιώσιμων πολιτικών υγείας. Κάθε προσπάθεια αποκλεισμού ή υποβάθμισης κάποιου από αυτούς τους πυλώνες απλώς αποδυναμώνει το τελικό αποτέλεσμα και στερεί από τους ασθενείς τις βέλτιστες δυνατές υπηρεσίες.
Μια διαχρονική εθνική παρακαταθήκη για τη δημόσια υγεία
Η ΕΟΠΕ αναμένει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη διαμόρφωση του τελικού θεσμικού πλαισίου και της επίσημης διαδικασίας εκπόνησης του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο. Εκφράζουμε την ειλικρινή προσδοκία ότι το Υπουργείο Υγείας θα αναγνωρίσει το κενό που έχει δημιουργηθεί και θα διασφαλίσει την ουσιαστική, ισότιμη και θεσμική συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, ευθυγραμμιζόμενο με τα διεθνή πρότυπα. Με βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντι στους Έλληνες ασθενείς, στις οικογένειές τους και σε ολόκληρη την κοινωνία, η ΕΟΠΕ δηλώνει πανέτοιμη να συμβάλει ενεργά. Διαθέτουμε την τεκμηριωμένη γνώση, τις προτάσεις και τη διάθεση για ειλικρινή συνεργασία, ώστε αυτό το Εθνικό Σχέδιο να μην αποτελέσει μια ακόμη προσωρινή κυβερνητική πρωτοβουλία, αλλά μια διαχρονική, στέρεη εθνική παρακαταθήκη που θα θωρακίσει τη δημόσια υγεία και θα προσφέρει ελπίδα και αξιοπρέπεια σε κάθε ασθενή.
