Από τον Τάκη Μαραλέτο

Η Υγεία ήταν παρούσα στη φετινή ΔΕΘ. Δεν ήταν όμως η προτεραιότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον πολιτικό συμπέρασμα από όσα ακούσαμε στη Θεσσαλονίκη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για τα νοσοκομεία που ανακαινίζονται, τα Κέντρα Υγείας, τις προληπτικές εξετάσεις, τη διανομή φαρμάκων υψηλού κόστους στο σπίτι, την τεχνητή νοημοσύνη, τους δωρεάν οδοντιατρικούς ελέγχους για παιδιά και την επέκταση της κάλυψης συστημάτων συνεχούς καταγραφής γλυκόζης.
Δεν παρουσίασε όμως ένα συνολικό νέο σχέδιο για την Υγεία.
Δεν υπήρξε ένα αυτοτελές πολιτικό κεφάλαιο για το ΕΣΥ, τη στελέχωσή του, τη χρηματοδότησή του, τη φαρμακευτική δαπάνη, το clawback, την πρόσβαση στην καινοτομία ή τη συνέχεια των προγραμμάτων που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Η Υγεία εμφανίστηκε περισσότερο ως απολογισμός επιμέρους παρεμβάσεων και ως τμήμα του ευρύτερου σχεδίου για το 2030.
Η μεγάλη πολιτική ενέργεια της ΔΕΘ κατευθύνθηκε αλλού.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Η ΔΕΘ αυτή τη φορά κοιτούσε ήδη προς την κάλπη
Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τοποθέτησε την ομιλία του μέσα στον εκλογικό χρόνο.
Μίλησε για τη ΔΕΘ λίγους μήνες πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές και χαρακτήρισε ουσιαστικά όσα παρουσίασε ως τον πρόλογο του νέου προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας για την περίοδο έως το 2031. Την Κυριακή επανέλαβε ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027.
Άρα αυτή δεν ήταν απλώς ακόμη μία ΔΕΘ οικονομικής πολιτικής.
Ήταν η έναρξη μιας μακράς προεκλογικής περιόδου.
Και αν δει κανείς σε ποιους απευθύνονται οι ανακοινώσεις, η πολιτική στόχευση γίνεται ακόμη πιο καθαρή.
Ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, αγρότες, οικογένειες, τρίτεκνοι, πολύτεκνοι, ενοικιαστές, άτομα με αναπηρία.
Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός απαρίθμησε αυτές τις κοινωνικές ομάδες στην ομιλία του. Πρόκειται βεβαίως για κοινωνικές κατηγορίες που έχουν πραγματικές ανάγκες και έχουν πιεστεί τα προηγούμενα χρόνια από τον πληθωρισμό, το κόστος στέγασης και τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης.
Όμως πολιτικά αποτελούν ταυτόχρονα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος.
Και κυρίως περιλαμβάνουν κοινωνικές ομάδες στις οποίες η Νέα Δημοκρατία είχε σημαντική διείσδυση στις εκλογές του 2023 και σήμερα καλείται να περιορίσει τις απώλειές της
Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ποιος προηγείται όσο ποιος έχει φύγει
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται καθαρά στις δημοσκοπήσεις.
Αυτή όμως δεν είναι η πλήρης εικόνα.
Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εκλογές του 2023 με 40,5 τοις εκατό.
Οι πρόσφατες μετρήσεις την τοποθετούν πλέον αισθητά χαμηλότερα, στην περιοχή κάτω ή γύρω από το 30 τοις εκατό στην εκτίμηση ψήφου. Το Reuters, αποτιμώντας τη φετινή ΔΕΘ, συνέδεσε ευθέως το νέο οικονομικό πακέτο με την προσπάθεια ανάκτησης πολιτικής υποστήριξης ενόψει των εκλογών του 2027.
Το ενδιαφέρον επομένως για το Μέγαρο Μαξίμου δεν βρίσκεται μόνο στο τι ψηφίζει σήμερα ο πολίτης που παραμένει στη Νέα Δημοκρατία αλλά κυρίως σε εκείνον που την ψήφισε το 2023 και τώρα δηλώνει αναποφάσιστος ή λέει ότι θα επιλέξει διαφορετικό κόμμα.
Εκεί είναι που τα στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Στην τελευταία έρευνα της Interview πριν από τη ΔΕΘ, η ΝΔ καταγραφόταν στο 26,3 τοις εκατό στην πρόθεση ψήφου, με τους αναποφάσιστους στο 11 τοις εκατό. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι μεταξύ των προηγούμενων ψηφοφόρων της ΝΔ που σήμερα εμφανίζονται αναποφάσιστοι ή στρέφονται αλλού, το 80 τοις εκατό δήλωνε ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ είναι λίγο ή καθόλου πιθανό να αλλάξουν την άποψή του. Μόνο το 15 τοις εκατό απαντούσε πολύ ή αρκετά πιθανό.
Το εύρημα αυτό ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο τη δυσκολία της κυβερνητικής προσπάθειας.
Οι παροχές μπορεί να είναι αναγκαίες.
Δεν σημαίνει ότι αρκούν.
Δεν έφυγαν όλοι για τον ίδιο λόγο
Υπάρχει ακόμη μία διάσταση που έχει σημασία.
Οι ψηφοφόροι που απομακρύνονται από τη Νέα Δημοκρατία δεν το κάνουν όλοι για τον ίδιο λόγο.
Στην ίδια έρευνα, μεταξύ πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ που σήμερα είναι αναποφάσιστοι ή έχουν στραφεί σε άλλο κόμμα, η ακρίβεια εμφανίζεται ως η σημαντικότερη αιτία δυσαρέσκειας με 27 τοις εκατό. Ακολουθούν η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ με 20 τοις εκατό και η διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών με 19 τοις εκατό.
Αυτό εξηγεί και τη δυσκολία του εγχειρήματος.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να απαντήσουν σε ένα τμήμα της δυσαρέσκειας που σχετίζεται με το εισόδημα.
Δεν μπορούν όμως από μόνες τους να απαντήσουν σε ζητήματα εμπιστοσύνης, θεσμών ή πολιτικής ταυτότητας.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται και ο παράγοντας Σαμαρά.
Ο Σαμαράς ως πολιτικός παράγοντας και όχι ακόμη ως εκλογικό δεδομένο
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν διαθέτει σήμερα κόμμα.
Άρα οποιαδήποτε εκλογική πρόβλεψη γύρω από ένα υποθετικό νέο κόμμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με μεγάλη επιφύλαξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο παράγοντας Σαμαρά δεν υπάρχει.
Υπάρχει ήδη πολιτικά και αυτό φαίνεται όταν στην πρόσφατη έρευνα της Interview, το 5 τοις εκατό των ερωτηθέντων δήλωσε ότι θα ήταν πολύ πιθανό να ψηφίσει κόμμα με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό και ακόμη 7 τοις εκατό αρκετά πιθανό. Αυτό το 12 τοις εκατό δεν είναι πρόθεση ψήφου και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πιθανό εκλογικό ποσοστό. Δείχνει όμως ότι υπάρχει μια δυνητική δεξαμενή στην οποία μπορεί να απευθυνθεί μια τέτοια πολιτική κίνηση.
Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ να απαντήσει εκτενώς για τον πρώην πρωθυπουργό είναι επίσης ενδεικτικό της πολιτικής σημασίας που έχει αποκτήσει το θέμα.
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι ο Αντώνης Σαμαράς ακόμη δεν έχει κόμμα και ότι δεν γνωρίζει κανείς αν ένα τέτοιο κόμμα θα εισέλθει στη Βουλή, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για τη στάση του απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Ο κίνδυνος για τη ΝΔ δεν είναι απαραίτητα ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα αφαιρούσε ένα τεράστιο ποσοστό απευθείας από τον σημερινό πυρήνα της.
Το πρόβλημα μπορεί να είναι περισσότερο σύνθετο.
Να καταστήσει δυσκολότερη την επιστροφή συντηρητικών ψηφοφόρων που έχουν ήδη απομακρυνθεί, να ενισχύσει τον κατακερματισμό στα δεξιά της ΝΔ και τελικά να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη της αυτοδυναμίας.
Σε μια εκλογή όπου μερικές μονάδες μπορεί να κρίνουν τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, αυτό σίγουρα δεν είναι αμελητέο.
Η στρατηγική της επανασυσπείρωσης
Υπό αυτό το πρίσμα, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αποκτούν άλλη διάσταση.
Δεν μπορεί να ιδωθεί ως μία οικονομική πολιτική αναδιανομής του δημοσιονομικού χώρου.
Είναι και μία απόπειρα επανασύνδεσης με διαφορετικά ακροατήρια τα οποία η κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί ακόμη να προσεγγίσει. Ο ελεύθερος επαγγελματίας πρέπει να δει φορολογική ελάφρυνση, ο συνταξιούχος μια πρόσθετη ενίσχυση, ο δημόσιος υπάλληλος περισσότερα χρήματα, ο αγρότης συγκεκριμένη στήριξη, η οικογένεια φορολογικά και κοινωνικά οφέλη, ο ενοικιαστής βοήθεια απέναντι στο κόστος κατοικίας.
Δεν χρειάζεται να θεωρήσει κανείς ότι όλα αυτά είναι κυνική εκλογική συναλλαγή για να διαπιστώσει την πολιτική τους χρησιμότητα.
Κάθε κυβέρνηση που πλησιάζει σε εκλογές επιλέγει πού θα διαθέσει τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο που διαθέτει.
Και ακριβώς αυτή η επιλογή αποκαλύπτει τις πραγματικές προτεραιότητες.
Και η Υγεία;
Εδώ επιστρέφουμε στο πεδίο που ενδιαφέρει περισσότερο το DailyPharmaNews.
Διότι σε μια χώρα στην οποία η Υγεία εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στις ανησυχίες των πολιτών, θα μπορούσε κανείς να περιμένει ότι στην τελευταία ουσιαστικά ΔΕΘ πριν από τις εθνικές εκλογές θα παρουσιαζόταν ένα αντίστοιχα ολοκληρωμένο κοινωνικό συμβόλαιο και για το ΕΣΥ.
Δεν συνέβη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται έργο.
Αντιθέτως υλοποιούνται ανακαινίσεις νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας, έχουν πραγματοποιηθεί εκατομμύρια προληπτικές εξετάσεις, το πρόγραμμα αποστολής φαρμάκων στο σπίτι έχει πραγματική αξία για τους ασθενείς και η κυβέρνηση έχει επιλέξει να συνεχίσει το «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» με εθνικούς πόρους.
Ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε όλα αυτά στην ομιλία του.
Αλλά άλλο πράγμα η αναφορά σε όσα έχουν γίνει και άλλο η παρουσίαση μιας συνολικής πολιτικής απάντησης στα προβλήματα της επόμενης ημέρας.
Δεν ακούσαμε ένα συνολικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της υποστελέχωσης.
Δεν ακούσαμε μια νέα συνολική συμφωνία για τη φαρμακευτική δαπάνη.
Δεν ακούσαμε τον τρόπο με τον οποίο θα υποχωρήσουν σε βιώσιμα επίπεδα οι υποχρεωτικές επιστροφές.
Δεν ακούσαμε ένα νέο σχέδιο για την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία.
Και δεν ακούσαμε από το βήμα της κεντρικής ομιλίας σαφή απάντηση για το πότε θα επανεκκινήσει η φαρμακευτική δράση κατά της παχυσαρκίας για τους περίπου 43.500 ανθρώπους που περιμένουν να συνεχίσουν τη θεραπεία τους.
Δεν λέω ότι όλα τα παραπάνω δεν υπάρχουν απλά λέω ότι δεν τα ακούσαμε στην ομιλία του Πρωθυπουργού.
Αυτές οι απουσίες έχουν πολιτική σημασία.
Γιατί η Υγεία δεν προσφέρεται τόσο εύκολα για ένα προεκλογικό καλάθι
Ίσως υπάρχει και μία απλούστερη εξήγηση.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις μεταφράζονται εύκολα σε έναν αριθμό. Τόσα ευρώ, περισσότερα τον μήνα, τόσο μικρότερος φόρος,τόσο μεγαλύτερο επίδομα,τόσο μεγαλύτερο καθαρό εισόδημα.
Η μεταρρύθμιση της Υγείας δεν λειτουργεί έτσι.
Δεν χωρά τόσο εύκολα σε έναν πίνακα ατομικού οφέλους.
Απαιτεί προσωπικό, δομές, διοίκηση, χρηματοδότηση, φάρμακο, δεδομένα, αξιολόγηση, συνέχεια και χρόνο. Και το κυριότερο, η επιτυχία της δεν αποδεικνύεται την ημέρα της εξαγγελίας. Αποδεικνύεται όταν ο πολίτης χρειαστεί γιατρό και τον βρει. Όταν χρειαστεί εξέταση και δεν περιμένει μήνες. Όταν χρειαστεί φάρμακο και το έχει. Όταν ένα νοσοκομείο διαθέτει όχι μόνο καινούργια κτίρια αλλά και τους ανθρώπους για να τα λειτουργήσει.
Πολιτικά, λοιπόν, η Υγεία είναι πολύ πιο δύσκολο προϊόν από μια φορολογική ελάφρυνση.
Και πιθανότατα αυτός να είναι ένας από τους λόγους που στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν βρέθηκε στην κορυφή της ατζέντας.
Άλλη είναι σήμερα η προτεραιότητα
Η κυβέρνηση έχει μπροστά της μερικούς μήνες μέχρι τις εκλογές της άνοιξης του 2027.
Παραμένει πρώτο κόμμα, αλλά βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το 40,5 τοις εκατό του 2023.
Έχει μια μεγάλη δεξαμενή πρώην ψηφοφόρων να διεκδικήσει ξανά, ένα σημαντικό ποσοστό αναποφάσιστων, διαρροές προς διαφορετικές κατευθύνσεις και ένα πιθανό νέο μέτωπο στα δεξιά της με τον Αντώνη Σαμαρά.
Η ΔΕΘ του 2026 πρέπει επομένως να διαβαστεί και μέσα από αυτή την πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για να δείξει σε όσο το δυνατόν περισσότερες κοινωνικές ομάδες ένα συγκεκριμένο και μετρήσιμο όφελος πριν από την κάλπη.
Μπορεί αυτό να είναι κοινωνικά χρήσιμο.
Μπορεί να είναι οικονομικά δικαιολογημένο.
Μπορεί να είναι και πολιτικά απολύτως αναμενόμενο.
Αλλά αποτελεί ταυτόχρονα μια σαφή ιεράρχηση.
Και σε αυτή την ιεράρχηση η συνολική μεταρρύθμιση της Υγείας δεν βρέθηκε αυτή τη φορά στην πρώτη γραμμή.
Αυτό δεν συμβαίνει επειδή η Υγεία δεν έχει προβλήματα ή επειδή δεν απαιτούνται επενδύσεις και σίγουρα όχι επειδή οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν.
Απλώς, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, άλλη είναι η προτεραιότητα.
Η ανάκτηση του χαμένου εκλογικού εδάφους.
