Επίμονη διάρροια, ανεξήγητο κοιλιακό άλγος, υπογλυκαιμίες σε μη διαβητικούς, παροξυσμική υπέρταση, συριγμός που μοιάζει με άσθμα ή υποτροπιάζουσες πνευμονικές λοιμώξεις. Καθένα από αυτά τα συμπτώματα, μόνο του, έχει δεκάδες πιθανές και συνήθως αθώες εξηγήσεις.
Όταν όμως εμφανίζονται επίμονα ή σε συνδυασμό, μπορεί να είναι το πρώτο και μοναδικό σημάδι ενός σπάνιου και δύσκολα αναγνωρίσιμου καρκίνου: των νευροενδοκρινών όγκων (NETs). Η ιατρική κοινότητα το συνοψίζει με μια φράση που έχει γίνει σύνθημα: αν δεν τους υποψιάζεσαι, δεν τους ανιχνεύεις. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Νευροενδοκρινών Όγκων, η Ελληνική Εταιρεία Νευροενδοκρινών Όγκων (ΕΕΝΟ) στρέφει το βλέμμα στους γιατρούς της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της έγκαιρης διάγνωσης.
Τι είναι οι νευροενδοκρινείς όγκοι
Οι νευροενδοκρινείς όγκοι αποτελούν μια ετερογενή ομάδα νεοπλασμάτων. Ξεκινούν από νευροενδοκρινικά κύτταρα που βρίσκονται σε όλο το σώμα και εντοπίζονται συχνότερα στον γαστρεντερικό σωλήνα, στους πνεύμονες και στο πάγκρεας. Επειδή τα κύτταρα αυτά υπάρχουν σχεδόν παντού, οι όγκοι μπορούν να εμφανιστούν σε πολλά διαφορετικά σημεία και να συμπεριφέρονται πολύ διαφορετικά. Κάποιοι αναπτύσσονται αργά και για χρόνια δεν δίνουν σημάδια, ενώ άλλοι πολλαπλασιάζονται ταχύτερα.
Η ιδιαιτερότητά τους είναι ότι μπορούν να διακριθούν σε λειτουργικούς και μη λειτουργικούς. Οι λειτουργικοί χαρακτηρίζονται από συμπτώματα που προκαλεί η υπερέκκριση ορμονών και άλλων ουσιών. Οι μη λειτουργικοί, αντίθετα, δεν προκαλούν ορμονικά συμπτώματα. Σιωπούν, και συχνά ανακαλύπτονται μόνο όταν έχουν μεγαλώσει αρκετά ώστε να προκαλέσουν πίεση σε γειτονικά όργανα ή όταν έχουν ήδη δώσει μεταστάσεις.
Πόσο σπάνιοι είναι και γιατί αυξάνονται
Οι NETs θεωρούνται σπάνιοι καρκίνοι. Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται σε διεθνείς πηγές ενημέρωσης, αντιστοιχούν μόλις στο 0,5% του συνόλου των καρκίνων. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ενδοκρινολογίας υπενθυμίζει ότι είναι συχνότεροι από τον καρκίνο του εγκεφάλου, των ωοθηκών ή του τραχήλου της μήτρας, αλλά συχνά περνούν απαρατήρητοι.
Η επίπτωση αυξάνεται διεθνώς εδώ και δεκαετίες. Σε βρετανική δημοσίευση για τους νευροενδοκρινείς όγκους του λεπτού εντέρου, η αύξηση από το 1973 αποδίδεται πιθανότατα στις βελτιωμένες διαγνωστικές τεχνικές. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι σήμερα αναγνωρίζουμε περισσότερους όγκους που παλαιότερα έμεναν αδιάγνωστοι ή χαρακτηρίζονταν λανθασμένα, χωρίς όμως να αποκλείεται και πραγματική αύξηση.
Γιατί η διάγνωση καθυστερεί
Το κύριο πρόβλημα με τους NETs δεν είναι μόνο η σπανιότητά τους, αλλά και ο τρόπος που εκδηλώνονται. Πολλά από τα συμπτώματα μοιάζουν με εκείνα συνηθισμένων παθήσεων. Στη διαφορική διάγνωση του καρκινοειδούς συνδρόμου, για παράδειγμα, περιλαμβάνονται το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η νόσος του Crohn και η εμμηνόπαυση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, ότι αρκετοί ασθενείς θεραπεύονται αρχικά για κάτι άλλο. Διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι το 46% των ασθενών διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο, όταν η πιθανότητα ίασης είναι μικρότερη. Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ενδοκρινολογίας επισημαίνει ότι η διάμεση επιβίωση στους νευροενδοκρινείς όγκους είναι μόλις 41 μήνες. Ο αριθμός αυτός αφορά το σύνολο των ασθενών και δεν περιγράφει την πορεία κάθε μεμονωμένου περιστατικού, είναι όμως ένα ηχηρό μήνυμα για την αξία του χρόνου.
Τα συμπτώματα που πρέπει να μας βάλουν σε σκέψη
Η ΕΕΝΟ αναδεικνύει μια σειρά από κλινικά μοτίβα που μπορεί να υποδηλώνουν λειτουργικούς νευροενδοκρινείς όγκους. Τα επεισόδια flushing, δηλαδή η ξαφνική έξαρση ερυθρότητας στο πρόσωπο και τον κορμό, συνοδεύουν συχνά το λεγόμενο καρκινοειδές σύνδρομο. Παρόμοιας σημασίας είναι η επίμονη διάρροια και το ανεξήγητο κοιλιακό άλγος, ενώ σημαντικά ενδεικτικά είναι και οι υπογλυκαιμίες σε άτομα που δεν πάσχουν από διαβήτη, η παροξυσμική υπέρταση, ο συριγμός και οι υποτροπιάζουσες πνευμονικές λοιμώξεις.
Για την ιατρική πρακτική, η σημασία βρίσκεται λιγότερο σε ένα μεμονωμένο σύμπτωμα και περισσότερο στο μοτίβο: συμπτώματα που επιμένουν, υποτροπιάζουν ή δεν εξηγούνται επαρκώς από συχνότερες παθήσεις. Ειδικά το flushing δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα σε άγχος ή σε ορμονικές μεταβολές, όταν επανέρχεται χωρίς εμφανή αιτία.
Όταν ο όγκος δεν δίνει σημάδια
Η ΕΕΝΟ υπογραμμίζει ότι μεγάλο ποσοστό των NETs παραμένει ασυμπτωματικό και εντοπίζεται τυχαία σε απεικονιστικό έλεγχο που έγινε για άλλο λόγο, όπως μια υπερηχογραφική ή αξονική εξέταση ή μια ενδοσκόπηση. Ακριβώς γι’ αυτό η κλινική επαγρύπνηση είναι απαραίτητη. Ένα εύρημα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ασήμαντο, όπως ένας μικρός όζος ή μια ύποπτη αλλοίωση, χρειάζεται σωστή αξιολόγηση και, όπου απαιτείται, κατάλληλη παραπομπή.
Ποιες εξετάσεις ενδείκνυνται και ποιες όχι
Η διάγνωση και η σταδιοποίηση της νόσου στηρίζονται σε στοχευμένες εξετάσεις. Η μέτρηση του 5-HIAA, ενός προϊόντος διάσπασης της σεροτονίνης, γίνεται συνήθως σε συλλογή ούρων 24ώρου. Έχει αποδειχθεί πολύτιμο εργαλείο για τη διάγνωση των νευροενδοκρινών όγκων του λεπτού εντέρου, κυρίως όταν υπάρχουν μεταστάσεις στο ήπαρ. Έχει όμως και όρια: ορισμένες εξετάσεις, όπως το 5-HIAA στους νευροενδοκρινείς όγκους του παγκρέατος ή του ορθού, δεν προσφέρουν επιπλέον πληροφορία γιατί είναι σταθερά αρνητικές. Γι’ αυτό ο εργαστηριακός έλεγχος πρέπει να προσαρμόζεται στην κλινική εικόνα και να μην γίνεται «στα τυφλά». Στις περιπτώσεις υποψίας απαιτείται επίσης εξειδικευμένος ορμονικός έλεγχος, ανάλογα με το είδος του πιθανού όγκου.
Στην απεικόνιση, ο ρόλος της PET/CT υποδοχέων σωματοστατίνης είναι κομβικός. Οι νευροενδοκρινείς όγκοι εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό τέτοιους υποδοχείς, κάτι που επιτρέπει στο ραδιοφάρμακο να «δεσμευτεί» στα καρκινικά κύτταρα και να τα αναδείξει. Σε βρετανική δημοσίευση, η 68Ga-DOTATATE PET αναφέρεται με ευαισθησία 97% και ειδικότητα 95,1% για την ανίχνευση NETs, ξεπερνώντας άλλες απεικονιστικές μεθόδους. Η εξέταση βοηθά να βρεθεί ο πρωτοπαθής όγκος, να καθοριστεί η έκταση της νόσου και να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία.
Υπάρχει και μια σημαντική επισήμανση για μια εξέταση που χρησιμοποιείται ευρέως. Η Χρωμογρανίνη Α δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως γενική εξέταση διαλογής, γιατί συχνά δίνει ψευδώς αυξημένες τιμές. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, είναι επίσης γνωστό ότι η χρωμογρανίνη Α επηρεάζεται από τη λήψη αναστολέων αντλίας πρωτονίων, δηλαδή φαρμάκων που χρησιμοποιούνται ευρέως για την γαστρίτιδα και την παλινδρόμηση. Έτσι, μια αυξημένη τιμή μπορεί να οδηγήσει σε περιττό και αγχογόνο έλεγχο, ενώ μια φυσιολογική τιμή δεν αποκλείει πάντα τη νόσο. Η εξέταση έχει θέση κυρίως ως βοηθητικός δείκτης στην παρακολούθηση ήδη διαγνωσμένων περιπτώσεων.
Πότε χρειάζεται παραπομπή σε εξειδικευμένο κέντρο
Η ΕΕΝΟ τονίζει ότι η παραπομπή σε εξειδικευμένα κέντρα είναι απαραίτητη όταν υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία λειτουργικού NET, ύποπτη απεικονιστική αλλοίωση ή παθολογικός βιοχημικός έλεγχος. Η φροντίδα των ασθενών με νευροενδοκρινείς όγκους είναι πολυδιάστατη και απαιτεί συνεργασία πολλών ειδικοτήτων, από την ενδοκρινολογία και την ογκολογία μέχρι τη χειρουργική και την πυρηνική ιατρική. Γι’ αυτό η έγκαιρη κατεύθυνση προς ένα κέντρο με εμπειρία έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην πορεία της νόσου.
Μέτρο και κρίση: όχι έλεγχος για όλους
Το μήνυμα της ΕΕΝΟ δεν είναι να ελέγχεται κάθε ασθενής με διάρροια ή κοιλιακό άλγος για νευροενδοκρινή όγκο. Δεν απαιτούνται εξειδικευμένες εξετάσεις για όλους, και η υπερβολική διερεύνηση δεν ωφελεί κανέναν. Αυτό που απαιτείται είναι σκέψη και αξιολόγηση όταν τα συμπτώματα είναι επίμονα, υποτροπιάζοντα ή δεν εξηγούνται από συχνότερες παθήσεις. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην επαγρύπνηση και στην αποφυγή του περιττού ελέγχου είναι ακριβώς το σημείο όπου η εμπειρία του γιατρού κάνει τη διαφορά.
Μια ημέρα με παγκόσμια ματιά
Η Παγκόσμια Ημέρα Νευροενδοκρινών Όγκων γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Νοεμβρίου. Καθιερώθηκε το 2010, όταν η «World NET Community», μια διεθνής κοινότητα οργανώσεων ασθενών και φορέων που σχηματίστηκε στο Βερολίνο τον Μάρτιο του 2010, ανακοίνωσε την πρώτη παγκόσμια ημέρα ενημέρωσης για τον καρκίνο αυτό και την ανάγκη έγκαιρης ανίχνευσης και διάγνωσης. Σήμερα, οι δράσεις συντονίζονται από τη Διεθνή Συμμαχία για τον Νευροενδοκρινή Καρκίνο (INCA).
Έγκαιρη υποψία, καλύτερη πορεία
Η ΕΕΝΟ καταλήγει ότι η ενημέρωση των γιατρών της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας και η ενίσχυση της κλινικής υποψίας αποτελούν το πιο καθοριστικό βήμα για τη βελτίωση της έγκαιρης διάγνωσης και της φροντίδας των ασθενών με νευροενδοκρινείς όγκους. Η έγκαιρη αναγνώριση συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της επιβίωσης και της ποιότητας ζωής τους. Για τους ίδιους τους πολίτες, το μήνυμα είναι απλό: κάθε επίμονο ή επαναλαμβανόμενο σύμπτωμα που δεν βρίσκει εξήγηση αξίζει να συζητηθεί με τον γιατρό, και αν τα ευρήματα δεν δίνουν απάντηση, είναι εύλογο να ζητηθεί νέα αξιολόγηση. Ένας γιατρός που σκέφτεται και τους νευροενδοκρινείς όγκους μπορεί να εξοικονομήσει στον ασθενή πολύτιμο χρόνο.
