Του Τάκη Μαραλέτου

Η συζήτηση για τις αυξήσεις στα ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας επανήλθε με ένταση στη Βουλή, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Πώς μπορεί να προστατευθεί ο ασφαλισμένος χωρίς να διαταραχθεί η βιωσιμότητα ενός συστήματος που καλείται να χρηματοδοτεί ολοένα ακριβότερες υπηρεσίες υγείας.
Αφορμή αποτέλεσε επίκαιρη ερώτηση της βουλευτού του ΠΑΣΟΚ Μιλένας Αποστολάκη σχετικά με τις αναπροσαρμογές στα ισόβια νοσοκομειακά ασφαλιστήρια, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις κινούνται μεταξύ 9% και 13%.
Η κ. Αποστολάκη υποστήριξε ότι ασφαλιστικές εταιρείες προχωρούν σε αυξήσεις επικαλούμενες έναν νέο δείκτη αναπροσαρμογής ο οποίος δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί από την ΕΛΣΤΑΤ, με αποτέλεσμα χιλιάδες ασφαλισμένοι, και ιδιαίτερα μεγαλύτερων ηλικιών πολίτες, να βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις χωρίς να γνωρίζουν με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο αυτές προκύπτουν.
Απαντώντας εκ μέρους της κυβέρνησης, ο υφυπουργός Ανάπτυξης Λάζαρος Τσαβδαρίδης υποστήριξε ότι δεν υφίσταται θεσμικό κενό και ότι το νέο πλαίσιο παραμένει πλήρες και ενεργό. Όπως ανέφερε, ο νέος Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής, ο οποίος θα υπολογίζεται πλέον από την ΕΛΣΤΑΤ και όχι από ιδιωτικούς φορείς, αναμένεται να δημοσιοποιηθεί έως το τέλος Ιουνίου.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από όλους τους εμπλεκόμενους, καθώς η θέσπιση του νέου δείκτη αποτέλεσε βασικό στοιχείο της κυβερνητικής παρέμβασης που ανακοινώθηκε το 2025 ως απάντηση στις έντονες αντιδράσεις για τις αυξήσεις των προηγούμενων ετών.
Ωστόσο, πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση για το ύψος των αυξήσεων βρίσκεται ένα ευρύτερο και πιο σύνθετο ζήτημα. Ποιο είναι το πραγματικό κόστος της ιδιωτικής υγείας στην Ελλάδα.
Τα τελευταία χρόνια οι ασφαλιστικές εταιρείες καταγράφουν σημαντική αύξηση των αποζημιώσεων που καταβάλλουν για νοσηλείες, επεμβάσεις και διαγνωστικές πράξεις. Σύμφωνα με στοιχεία της ασφαλιστικής αγοράς, το κόστος αποζημιώσεων υγείας αυξήθηκε κατά περίπου 21% το 2024 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ η μέση ετήσια αύξηση κατά την τελευταία τριετία προσέγγισε το 19%.
Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν όταν εξετάζεται η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας, ιδιαίτερα των ισόβιων συμβολαίων που έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν κάλυψη σε βάθος δεκαετιών.
Την ίδια στιγμή όμως, δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε η ανησυχία των ασφαλισμένων, ιδιαίτερα όσων βρίσκονται σε μεγαλύτερες ηλικίες και έχουν επενδύσει επί δεκαετίες σε συμβόλαια υγείας με την προσδοκία ότι θα διατηρήσουν την κάλυψή τους όταν τη χρειαστούν περισσότερο.
Η πρόσφατη απόφαση 2196/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας ήρθε να υπενθυμίσει ακριβώς αυτή την ανάγκη ισορροπίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι όροι αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων πρέπει να είναι σαφείς, συγκεκριμένοι και πλήρως κατανοητοί από τον ασφαλισμένο, ώστε να μπορεί να προβλέψει τις οικονομικές συνέπειες της σύμβασής του. Η διαφάνεια αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό στοιχείο της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστικής εταιρείας.
Πέρα όμως από το ζήτημα των ασφαλίστρων, η συζήτηση φαίνεται να μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο προς το κόστος των ίδιων των υπηρεσιών υγείας.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η αύξηση του κόστους δεν παράγεται εντός των ασφαλιστικών εταιρειών αλλά στο οικοσύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας. Η συγκέντρωση σημαντικού μέρους της ιδιωτικής νοσοκομειακής αγοράς σε περιορισμένο αριθμό ισχυρών ομίλων, οι συνεχείς επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, η αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών και η γενικότερη άνοδος του ιατρικού πληθωρισμού αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν συνολικά την αλυσίδα κόστους.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο αν οι αυξήσεις των ασφαλίστρων είναι δικαιολογημένες, αλλά κατά πόσο η ίδια η αγορά παροχής υπηρεσιών υγείας λειτουργεί με επαρκή διαφάνεια και ανταγωνισμό.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπιστεί μηχανισμοί παρακολούθησης του κόστους νοσηλείας, συστήματα συγκριτικής αξιολόγησης τιμών, καθώς και εργαλεία ελέγχου των ανατιμήσεων σε υπηρεσίες υγείας. Στόχος δεν είναι ο διοικητικός καθορισμός τιμών, αλλά η αποτροπή φαινομένων υπερβολικής τιμολόγησης και η διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού.
Η ελληνική περίπτωση φαίνεται να αναδεικνύει ακριβώς αυτή την ανάγκη.
Η προστασία του καταναλωτή δεν εξαντλείται στον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών. Προϋποθέτει διαφάνεια σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής του κόστους, από το νοσοκομείο και τη διαγνωστική πράξη έως το τελικό ασφάλιστρο που καλείται να πληρώσει ο πολίτης.
Παράλληλα, η βιωσιμότητα του ιδιωτικού ασφαλιστικού συστήματος δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αφορά τη δυνατότητα των πολιτών να διατηρούν πρόσβαση σε ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας σε βάθος χρόνου και τη συμπληρωματική λειτουργία του ιδιωτικού τομέα δίπλα στο δημόσιο σύστημα υγείας.
Η ανακοίνωση του νέου δείκτη από την ΕΛΣΤΑΤ αναμένεται να δώσει απαντήσεις σε ένα μέρος της συζήτησης. Δεν πρόκειται όμως να λύσει από μόνη της το βασικό πρόβλημα.
Το πραγματικό ζητούμενο παραμένει η δημιουργία ενός πλαισίου όπου ο ασφαλισμένος θα γνωρίζει με σαφήνεια γιατί πληρώνει περισσότερο, οι ασφαλιστικές θα μπορούν να λειτουργούν με βιώσιμους όρους και η αγορά παροχής υπηρεσιών υγείας θα υπόκειται σε κανόνες διαφάνειας και αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
Γιατί τελικά, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το ύψος των ασφαλίστρων. Αφορά τη μακροχρόνια ισορροπία ενός συστήματος που καλείται να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα την πρόσβαση των πολιτών στην υγεία, τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών καλύψεων και τη διαφάνεια στη λειτουργία της αγοράς.
