Πονοκέφαλος η κρίση ψυχικής υγείας, αφού κοστίζει €76 δισ. τον χρόνο στην ΕΕ, ψηλά η Ελλάδα στις διαταραχές σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ
Η ψυχική υγεία αναδεικνύεται σε έναν από τους πλέον δαπανηρούς και σύνθετους «πονοκεφάλους» για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, με το κόστος να φτάνει τα 76 δισ. ευρώ ετησίως – ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 6% των συνολικών δαπανών υγείας. Τα στοιχεία προέρχονται από νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο κοινωνικό, αλλά και βαθιά οικονομικό.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ψυχικές διαταραχές δεν επιβαρύνουν μόνο τα συστήματα υγείας, αλλά λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στο κόστος, καθώς επιδεινώνουν σωματικές ασθένειες και οδηγούν σε πιο σύνθετες και ακριβές θεραπείες. Παράλληλα, πλήττουν την αγορά εργασίας: εκτιμάται ότι την περίοδο 2025-2050 θα προκαλέσουν μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά 1,7%, κυρίως λόγω χαμηλότερης παραγωγικότητας και μειωμένης συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.
Το αποτύπωμα είναι και δημογραφικό. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι οι συχνότερες ψυχικές διαταραχές –όπως η κατάθλιψη, το άγχος και οι διαταραχές χρήσης αλκοόλ– θα μειώσουν το προσδόκιμο υγιούς ζωής στην ΕΕ κατά 2,5 έτη μέσα στις επόμενες δεκαετίες, οδηγώντας σε περίπου 28.000 πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο.
Μια ακόμη κρίσιμη πατράμετρο που αναδεικνύει η έκθεση του οργανισμού είναι ότι η εικόνα της ψυχικής υγείας επιδεινώνεται διαχρονικά. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η συχνότητα των ψυχικών διαταραχών έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 21%, ενώ σήμερα επηρεάζει πάνω από έναν στους πέντε πολίτες σε χώρες του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία (περίπου 40%), ακολουθούμενες από τις καταθλιπτικές (20%) και τις διαταραχές χρήσης ουσιών (17%).
Ωστόσο, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η πραγματική έκταση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς πολλά περιστατικά δεν καταγράφονται. Το κοινωνικό στίγμα και οι περιορισμοί των συστημάτων υγείας οδηγούν σε υποδιάγνωση, ιδιαίτερα σε ήπιες και μέτριες περιπτώσεις.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα δεδομένα για τους νέους. Πάνω από ένας στους τέσσερις ανθρώπους ηλικίας 15 έως 24 ετών έχει εμφανίσει κάποια ψυχική διαταραχή, με τις επιπτώσεις να είναι συχνά μακροχρόνιες αν δεν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση. Γυναίκες, νέοι και άτομα με χαμηλό εισόδημα συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες ομάδες.
Η επιδείνωση αποδίδεται σε πολλαπλούς παράγοντες: από την πανδημία και την οικονομική αβεβαιότητα έως τη γεωπολιτική αστάθεια και την κλιματική κρίση. Ειδικά για τη νεότερη γενιά, η «οικο-αγωνία» αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα, ενώ η υπερβολική χρήση των κοινωνικών δικτύων εντείνει τα προβλήματα.
Ψηλά η Ελλάδα στην κατάταξη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την Ελλάδα. Με ποσοστό 22,7% του πληθυσμού να εκτιμάται ότι αντιμετώπισε κάποια ψυχική διαταραχή το 2023, η χώρα κατατάσσεται στην 6η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (20,6%) και τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (21%).
Η θέση αυτή υποδηλώνει αυξημένη επιβάρυνση, αν και οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι διακρατικές διαφορές επηρεάζονται και από παράγοντες όπως το επίπεδο καταγραφής και το κοινωνικό στίγμα.
Παρά την ύπαρξη εθνικών στρατηγικών, η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει περιορισμένη. Στην ΕΕ, περίπου το 67,5% όσων χρειάζονται φροντίδα δεν λαμβάνουν θεραπεία. Το πρόβλημα αποδίδεται σε οικονομικά εμπόδια, ελλείψεις προσωπικού και ανισότητες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει την ανάγκη μετατόπισης του μοντέλου φροντίδας από τα νοσοκομεία προς την κοινότητα – στην πρωτοβάθμια φροντίδα, τα σχολεία και τους χώρους εργασίας. Οι έγκαιρες και προληπτικές παρεμβάσεις εκτιμάται ότι μπορούν να περιορίσουν τόσο το ανθρώπινο όσο και το οικονομικό κόστος.
Η έκθεση καταλήγει ότι η ψυχική υγεία δεν αποτελεί πλέον ένα «δευτερεύον» ζήτημα πολιτικής, αλλά κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας για τα συστήματα υγείας και τις οικονομίες. Με το κόστος να διογκώνεται και τις επιπτώσεις να επεκτείνονται σε κάθε πτυχή της κοινωνίας, η ανάγκη για άμεσες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις καθίσταται επιτακτική.
Δείτε ΕΔΩ την έκθεση

