Την επανεκκίνηση του προγράμματος αντιμετώπισης της παχυσαρκίας μέσω του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», με χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, υπό την προϋπόθεση επίτευξης συμφωνίας με τις φαρμακευτικές εταιρείες για τις τιμές των σκευασμάτων, προανήγγειλε ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, από το βήμα της Βουλής.
Απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Ιωάννη Τσίμαρη, ο υπουργός διαβεβαίωσε ότι η διαδικασία βρίσκεται στην τελική ευθεία, υποστηρίζοντας ότι το πρόγραμμα μπορεί να συνεχιστεί με τους όρους που θα διαμορφωθούν μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, τα ερωτήματα που τέθηκαν για το σαφές χρονοδιάγραμμα επανέναρξης, την επαναχορήγηση της θεραπείας στους ήδη ενταγμένους ασθενείς και το ενδεχόμενο ένταξης νέων δικαιούχων εντός του 2026 δεν έλαβαν συγκεκριμένες απαντήσεις…
«Η έκπτωση πρέπει να είναι πάρα πολύ γενναία για να μπορέσουν να μπουν στο πρόγραμμα», ξεκαθάρισε ο Άδωνις Γεωργιάδης, στέλνοντας παράλληλα μήνυμα προς τις δύο φαρμακευτικές εταιρείες που διαθέτουν τα σχετικά σκευάσματα. «Η επιτροπή έχει καταλήξει ότι δύναται να αντικατασταθεί το ένα φάρμακο από το άλλο. Είναι συμβατά δηλαδή τα δύο φάρμακα μεταξύ τους ως προς τη θεραπευτική δράση. Το λέω και ως ένα μήνυμα προς τις εταιρείες, να μην πάνε να μας εκβιάσουν, διότι έχουμε βρει τη λύση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας, η αρμόδια επιτροπή των επιστημόνων έχει ήδη καταλήξει στις κατευθυντήριες οδηγίες για τη συνέχιση του προγράμματος, εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αντικατάστασης του ενός σκευάσματος από το άλλο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχιστεί η θεραπεία για όσους συμμετείχαν στην πρώτη φάση.
Όπως εξήγησε, το σχετικό πρακτικό παραδόθηκε στον ίδιο την Παρασκευή, ενώ ακολουθεί η διαδικασία διαπραγμάτευσης μέσω της αρμόδιας επιτροπής του ΕΟΠΥΥ. Η επιτροπή θα καλέσει τις δύο εταιρείες να καταθέσουν τις οικονομικές τους προτάσεις, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για την τιμή προμήθειας των φαρμάκων.
Ο κ. Γεωργιάδης διευκρίνισε ότι αυτή τη φορά το υπουργείο θα επιδιώξει εξαρχής έκπτωση στην τιμή των σκευασμάτων και όχι αναδρομικό μηχανισμό επιστροφής δαπανών (clawback), προκειμένου να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους οικονομικούς όρους για το Δημόσιο.
«Μόλις καταλήξουν σε συμφωνία για την τιμή που θα μας το πουλάνε, θα βγούμε να ανακοινώσουμε ακριβώς τους όρους του προγράμματος και πώς συνεχίζεται», δήλωσε, εκτιμώντας ότι «είναι ζήτημα πια ολίγων ημερών να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα».
Ο υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι το πρόγραμμα είχε πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση από την αρχικά αναμενόμενη, καθώς εντάχθηκαν περίπου 43.000 άνθρωποι, ενώ ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε έως και 20.000 δικαιούχους.
Όπως ανέφερε, η δράση χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με καταληκτική ημερομηνία την 30ή Ιουνίου 2026, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν γνωστή από την έναρξη του προγράμματος. Με τη λήξη της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, ο ίδιος είχε ανακοινώσει τη συνέχιση της δράσης με εθνικούς πόρους.
Ο κ. Γεωργιάδης απέρριψε, παράλληλα, τον ισχυρισμό ότι δαπανήθηκαν 50 εκατομμύρια ευρώ, αναφέροντας ότι η τελική δαπάνη ανέρχεται περίπου στα 22 εκατομμύρια ευρώ, μετά την εφαρμογή clawback. Υπεραμύνθηκε, επίσης, της συνολικής παρέμβασης του υπουργείου για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά, τονίζοντας ότι πρόκειται για σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας και όχι για θέμα αισθητικής.
Τσίμαρης: «43.500 άνθρωποι περιμένουν σαφείς απαντήσεις»
Από την πλευρά του, ο Ιωάννης Τσίμαρης επέμεινε ότι, παρά τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για συνέχιση του προγράμματος με εθνικούς πόρους, έχουν περάσει περισσότεροι από τρεις μήνες από τη λήξη της χρηματοδότησης χωρίς να υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα επανεκκίνησης.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ επισήμανε ότι περίπου 43.500 δικαιούχοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη διακοπή της δωρεάν φαρμακευτικής αγωγής, καλούμενοι είτε να επωμιστούν οι ίδιοι το κόστος είτε να διακόψουν τη θεραπεία τους. Έθεσε, μάλιστα, ζήτημα θεραπευτικής συνέχειας, υπογραμμίζοντας ότι η διαχείριση μιας χρόνιας νόσου δεν μπορεί να εξαρτάται από διαδικασίες που παραμένουν σε εκκρεμότητα.
«Το ερώτημα που τίθεται είναι: Πρώτον, γιατί υπήρξε αυτή η διακοπή, ενώ έπρεπε να γίνει σχεδιαστικά έτσι ώστε να ολοκληρωθεί;», ανέφερε, ζητώντας να διευκρινιστεί εάν οι ασθενείς θα συνεχίσουν τη θεραπεία από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν ή εάν θα χρειαστεί να ξεκινήσουν εκ νέου, με βάση τις ιατρικές οδηγίες.
Ο κ. Τσίμαρης έθεσε, επίσης, το ζήτημα της ένταξης νέων δικαιούχων, ρωτώντας εάν θα υπάρξει δυνατότητα συμμετοχής και για άλλους πολίτες που πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος.
«Υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα; Θα ξεκινήσει το 2026 και πότε; Έχουν τελειώσει οι διαπραγματεύσεις με τις εταιρείες;», ήταν μερικά από τα ερωτήματα που έθεσε, ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις τόσο για την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων όσο και για τον αριθμό των δικαιούχων και τον χρόνο επανέναρξης της χορήγησης των φαρμάκων.
Καταλήγοντας, ο βουλευτής αμφισβήτησε, ακόμη, την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού, υποστηρίζοντας ότι η διακοπή της θεραπείας ενδέχεται να περιορίσει το όφελος από τους πόρους που έχουν ήδη διατεθεί.
