Η τοποθέτηση του υπουργού Υγείας είχε προηγηθεί της νέας επίθεσης του ΠΑΣΟΚ, αλλά αφορά ευθέως τον πυρήνα της αντιπαράθεσης: τι συνέβη με το ΣΕΥΥΠ, ποιος πραγματοποιεί σήμερα τους ελέγχους και εάν η αλλαγή του ελεγκτικού μοντέλου άφησε κενά στην εποπτεία των ιδιωτικών δομών.
Η νέα επίθεση του ΠΑΣΟΚ διά του εκπροσώπου Τύπου Κώστα Τσουκαλά επανέφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα που έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα μετά την υπόθεση του ιδιωτικού ιατρείου στο Κολωνάκι: λειτουργεί αποτελεσματικά σήμερα ο μηχανισμός ελέγχου των ιδιωτικών δομών υγείας;
Ο Κώστας Τσουκαλάς υποστήριξε ότι η συζήτηση για ενδεχόμενη επανασύσταση του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας συνιστά ουσιαστικά παραδοχή ότι το μοντέλο που το διαδέχθηκε δεν λειτούργησε. Χρησιμοποίησε μάλιστα τον χαρακτηρισμό «ξέφραγο αμπέλι» για την κατάσταση που, κατά την εκτίμηση του ΠΑΣΟΚ, δημιουργήθηκε στους ελέγχους των ιδιωτικών δομών.
Υπάρχει, ωστόσο, μία κρίσιμη παράμετρος στην πολιτική αντιπαράθεση: ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει ήδη απαντήσει επί του πυρήνα αυτού του επιχειρήματος.
Η απάντησή του δεν δόθηκε μετά τη συγκεκριμένη τοποθέτηση Τσουκαλά και επομένως δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως προσωπική απάντηση στον εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ. Είχε προηγηθεί, στις 21 Σεπτεμβρίου, κατά τη συζήτηση επίκαιρης ερώτησης στη Βουλή σχετικά με τους ελέγχους στο συγκεκριμένο ιδιωτικό ιατρείο. Το περιεχόμενό της, όμως, αφορά ακριβώς το ζήτημα που θέτει σήμερα το ΠΑΣΟΚ.
Τι λέει ο Γεωργιάδης για το ΣΕΥΥΠ
Το πρώτο σημείο στο οποίο στάθηκε ο υπουργός Υγείας αφορά το τι ακριβώς συνέβη το 2019.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ΣΕΥΥΠ δεν καταργήθηκε με την έννοια ότι εξαφανίστηκε ο ελεγκτικός μηχανισμός. Οι ελεγκτές και οι αρμοδιότητές του μεταφέρθηκαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Όπως υποστήριξε στη Βουλή, η λογική της αλλαγής ήταν οι συγκεκριμένοι έλεγχοι να πραγματοποιούνται από ανεξάρτητη αρχή και όχι από υπηρεσία υπαγόμενη απευθείας στον εκάστοτε υπουργό.
Εδώ βρίσκεται και η βασική διαφωνία με το ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ βλέπει την πιθανή επαναφορά ενός αυτόνομου σώματος επιθεωρητών ως ένδειξη ότι το μοντέλο που εφαρμόστηκε μετά το 2019 παρουσίασε σοβαρά κενά. Ο υπουργός, αντίθετα, απορρίπτει τη σύνδεση ανάμεσα στη μεταφορά των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΔ και στο γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν εγκαίρως οι φερόμενες παραβάσεις στο συγκεκριμένο ιατρείο.
Χαρακτήρισε μάλιστα «αναπόδεικτο» τον ισχυρισμό ότι εάν υπήρχε το παλαιό ΣΕΥΥΠ η συγκεκριμένη υπόθεση θα είχε εντοπιστεί νωρίτερα.
«Δεν υπήρχε έγγραφη καταγγελία»
Ο Γεωργιάδης έδωσε και μία ακόμη διάσταση που έχει σημασία για την αξιολόγηση του συστήματος ελέγχων.
Όπως ανέφερε στη Βουλή, δεν υπήρχε έγγραφη καταγγελία για τη συγκεκριμένη υπόθεση ούτε στο υπουργείο Υγείας, ούτε στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ούτε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Αναφέρθηκε μόνο σε προφορική καταγγελία, την οποία, όπως είπε, πληροφορήθηκε εκ των υστέρων και η οποία είχε οδηγήσει σε επόμενο έλεγχο του ιατρείου.
Αυτό αποτελεί βασικό μέρος της επιχειρηματολογίας του υπουργού: ότι η ύπαρξη διαφορετικού ελεγκτικού φορέα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια δραστηριότητα που δεν έχει δηλωθεί και για την οποία δεν υπάρχει επίσημη καταγγελία θα εντοπιστεί.
Το μηχάνημα που, κατά τον υπουργό, δεν είχε δηλωθεί
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο μηχάνημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε, το μηχάνημα είχε εισαχθεί χωρίς να δηλωθεί ούτε στον ΕΟΦ ούτε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε παράνομο εξαρχής. Για άλλα ζητήματα, όπως το εάν χρησιμοποιήθηκε μέθη, σημείωσε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει και ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο της δικαστικής και εισαγγελικής έρευνας.
Παράλληλα ανακοίνωσε επέκταση των ελέγχων πέραν της Αθήνας, αρχικά στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη χώρα.
Το πραγματικό ερώτημα παραμένει
Οι δύο πλευρές, επομένως, δεν διαφωνούν τόσο για το ότι υπήρξαν παραβάσεις που δεν είχαν εντοπιστεί εγκαίρως. Διαφωνούν κυρίως για το τι αποδεικνύει αυτό για το ίδιο το σύστημα εποπτείας.
Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι η υπόθεση φανερώνει δομικά κενά και ζητά πολιτικές ευθύνες.
Ο υπουργός Υγείας αντιτείνει ότι δεν έχει αποδειχθεί πως η μεταφορά του ΣΕΥΥΠ στην ΕΑΔ προκάλεσε το πρόβλημα και επισημαίνει ότι ούτε το προηγούμενο σύστημα μπορούσε να εγγυηθεί τον εντοπισμό κάθε παράνομης δραστηριότητας.
Και κάπου εδώ η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την κομματική αντιπαράθεση.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν πρέπει να επιστρέψει το ΣΕΥΥΠ με την παλαιά του μορφή. Είναι πόσοι έλεγχοι πραγματοποιούνται σήμερα στις ιδιωτικές δομές υγείας, με ποια συχνότητα, βάσει ποιων κριτηρίων κινδύνου, πόσες παραβάσεις εντοπίζονται και τι ακολουθεί μετά τον εντοπισμό τους.
Γιατί τελικά η αποτελεσματικότητα ενός ελεγκτικού συστήματος δεν κρίνεται από την ονομασία ή τη διοικητική υπαγωγή του, αλλά από τα αποτελέσματα που μπορεί να παρουσιάσει.
Και αυτά είναι τα στοιχεία που χρειάζονται τώρα για να απαντηθεί το βασικό ερώτημα της αντιπαράθεσης.
