Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος συνδέεται στενά με την παχυσαρκία και επηρεάζει εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, μόνο ένα μικρό ποσοστό των ασθενών εμφανίζει σοβαρή φλεγμονή, ίνωση και, τελικά, ηπατική ανεπάρκεια.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Μια νέα επιστημονική ανακάλυψη, που δημοσιεύτηκε στο Journal of Clinical Investigation*, έρχεται να ρίξει φως στον μηχανισμό που πυροδοτεί αυτή την επικίνδυνη εξέλιξη, ανοίγοντας τον δρόμο για αποτελεσματικότερες θεραπείες.
Ο ρόλος των μιτοχονδρίων και της πρωτεΐνης EFHD1
Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται η πρωτεΐνη EFHD1, η οποία εντοπίζεται στη μεμβράνη των μιτοχονδρίων — των «εργοστασίων παραγωγής ενέργειας» των κυττάρων. Χρησιμοποιώντας βιοχημικές εξετάσεις και προηγμένες τεχνικές απεικόνισης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η EFHD1 συνδέει τα μιτοχόνδρια με το ενδοπλασματικό δίκτυο, ένα γειτονικό κυτταρικό οργανίδιο, συμβάλλοντας ενεργά στη διαδικασία της μιτοχονδριακής διαίρεσης.
Όταν η διατροφή είναι πλούσια σε λιπαρά και ζάχαρη, η υπερβολική συσσώρευση λιπιδίων αυξάνει τα επίπεδα της EFHD1. Αυτό προκαλεί υπερβολική διαίρεση των μιτοχονδρίων, με αποτέλεσμα να διαρρέει το περιεχόμενό τους στο υπόλοιπο κύτταρο.
Όταν ο οργανισμός μπερδεύει το λίπος με ιό
Ανάμεσα στα στοιχεία που διαρρέουν από τα βλαβερά μιτοχόνδρια περιλαμβάνεται και το δίκλωνο RNA (dsRNA). Πρόκειται για ένα μόριο που εμφανίζεται συνήθως κατά τη διάρκεια ιογενών λοιμώξεων, όπως από τον ιό της ηπατίτιδας C.
Μόλις το ήπαρ ανιχνεύσει το δίκλωνο RNA, ενεργοποιεί λανθασμένα έναν μηχανισμό αντιϊκής άμυνας. Αυτή η απόκριση, που υπό φυσιολογικές συνθήκες αποσκοπεί στην εμπόδιση του πολλαπλασιασμού των ιών, τελικά αδρανοποιεί τα υγιή ηπατικά κύτταρα και επιδεινώνει τη βλάβη στο συκώτι.
Ελπιδοφόρα αποτελέσματα για νέες θεραπείες
Η αναστολή ή η μείωση των επιπέδων της EFHD1 έδειξε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Σε πειραματικά μοντέλα με βλάβες από διατροφή ή φάρμακα, αλλά και σε μικρογραφίες ανθρώπινου ήπατος στο εργαστήριο, οι δείκτες φλεγμονής και ίνωσης μειώθηκαν κατά 30% έως 60%.
Επιπλέον, τα ποντίκια που τροποποιήθηκαν ώστε να μην διαθέτουν την πρωτεΐνη EFHD1 διατήρησαν φυσιολογικά επίπεδα δραστηριότητας, σωματικού βάρους και μεταβολισμού. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι μελλοντικές θεραπείες που θα στοχεύουν την EFHD1 ενδέχεται να έχουν ελάχιστες παρενέργειες.
Όπως σημείωσε ο επικεφαλής της μελέτης, David Eberhardt από το University of Utah Health, η ταυτοποίηση αυτών των νέων βιολογικών μονοπατιών επιτρέπει την ανάπτυξη στοχευμένων φαρμάκων που θα περιορίζουν τη βλάβη από τη συσσώρευση λίπους. Η ερευνητική ομάδα εργάζεται ήδη για τη δημιουργία ενός τέτοιου θεραπευτικού παράγοντα.
*Περισσότερες λεπτομέρειες στον ακόλουθο σύνδεσμο της σχετικής δημοσίευσης: https://www.jci.org/articles/view/204023?utm_source=Sailthru&utm_medium=Newsletter&utm_campaign=Health-Rounds&utm_term=090126&lctg=63e121d07a7ced439a0e2587
