Οι πρόσφατες αποφάσεις αποζημίωσης διευρύνουν τις δυνατότητες αντιμετώπισης της νόσου Crohn και της ελκώδους κολίτιδας. Το ζητούμενο πλέον είναι η έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στην κατάλληλη θεραπεία.
Οι θεραπευτικές δυνατότητες για τις Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Νόσους του Εντέρου (ΙΦΝΕ) έχουν αυξηθεί σημαντικά, προσφέροντας περισσότερες επιλογές στους ασθενείς με νόσο Crohn και ελκώδη κολίτιδα που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις καθιερωμένες αγωγές. Στην Ελλάδα, η διεύρυνση αυτή αποτυπώνεται τόσο στα θεραπευτικά πρωτόκολλα που δημοσίευσε το Υπουργείο Υγείας τον Μάιο του 2026 όσο και στις νεότερες αποφάσεις ένταξης φαρμάκων στον κατάλογο αποζημιούμενων θεραπειών.
Σήμερα, το διαθέσιμο θεραπευτικό οπλοστάσιο περιλαμβάνει βιολογικούς παράγοντες κατά του TNF, θεραπείες που αναστέλλουν τη δράση συγκεκριμένων ιντερλευκινών, αντι-ιντεγκρίνες και στοχευμένες από του στόματος θεραπείες, όπως οι αναστολείς JAK. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκλεκτικοί αναστολείς της ιντερλευκίνης-23, καθώς προσθέτουν διαφορετικές δυνατότητες αντιμετώπισης, ιδίως σε περιπτώσεις όπου προηγούμενες θεραπείες δεν έχουν αποδώσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Στο πεδίο της αποζημίωσης, οι εξελίξεις του 2026 είναι συγκεκριμένες. Η ρισανκιζουμάμπη έχει ενταχθεί στον ελληνικό κατάλογο αποζημιούμενων φαρμάκων για τη νόσο Crohn και την ελκώδη κολίτιδα, ενώ η μιρικιζουμάμπη έχει ενταχθεί για την ελκώδη κολίτιδα. Επιπλέον, με υπουργική απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2026 εγκρίθηκε η ένταξη της γκουσελκουμάμπης για τις δύο νόσους, σε ενήλικους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργό νόσο και ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία.
Παραμένουν, ωστόσο, διαφορές ανάμεσα στις ευρωπαϊκές εγκρίσεις και στις επιβεβαιωμένες ελληνικές αποφάσεις αποζημίωσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μιρικιζουμάμπη, η οποία διαθέτει ευρωπαϊκή έγκριση και για τη νόσο Crohn, ενώ η ελληνική απόφαση αποζημίωσης που εντοπίζεται αφορά την ελκώδη κολίτιδα. Παράλληλα, οι αποφάσεις αποζημίωσης που εκδόθηκαν μετά την επικαιροποίηση των θεραπευτικών πρωτοκόλλων δημιουργούν ανάγκη αποσαφήνισης της εφαρμογής τους στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση.
Η ουσιαστική πρόσβαση εξαρτάται επομένως από περισσότερα στάδια: την αποζημιούμενη ένδειξη, τη δυνατότητα συνταγογράφησης, τις τυχόν διαδικασίες προέγκρισης και την πρακτική διαθεσιμότητα της θεραπείας. Πρόκειται για ζητήματα που απασχολούν και τους εκπροσώπους των ασθενών, οι οποίοι ζητούν λιγότερη γραφειοκρατία, έγκαιρη διάγνωση και οργανωμένη παρακολούθηση.
Η διεύρυνση των θεραπευτικών επιλογών αποτελεί ουσιαστική πρόοδο. Η αξία της για τους ασθενείς θα κριθεί, όμως, από το κατά πόσο η θεραπεία που επιλέγει ο γιατρός μπορεί να χορηγηθεί χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
